Κάνε κλικ και δες περισσότερο thesnewsline.com στην αναζήτηση της Google
Στις 26 Σεπτεμβρίου 1989, ο δημοσιογράφος και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Παύλος Μπακογιάννης έπεφτε νεκρός από τα πυρά της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» έξω από το γραφείο του στο Κολωνάκι. Μια δολοφονία που σημάδεψε την πολιτική ζωή της χώρας και ανέδειξε με δραματικό τρόπο το τίμημα της πολιτικής βίας.
Το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου 1989, ο Παύλος Μπακογιάννης έφτασε στο γραφείο του στην οδό Ομήρου 35, στο Κολωνάκι. Ήταν μόλις λίγους μήνες βουλευτής Ευρυτανίας, έχοντας εκλεγεί στις εκλογές του Ιουνίου του ίδιου έτους.
Λίγο πριν από τις 8 το πρωί, τρεις ένοπλοι τον πλησίασαν στην είσοδο του κτιρίου και τον πυροβόλησαν. Ο Μπακογιάννης τραυματίστηκε βαριά και μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό», όπου παρά τις προσπάθειες των γιατρών υπέκυψε στα τραύματά του περίπου μία ώρα αργότερα.
Η «17 Νοέμβρη» ανέλαβε την ευθύνη για τη δολοφονία, εντάσσοντάς την στη μακρά σειρά πολιτικών και τρομοκρατικών ενεργειών της οργάνωσης.


Η προκήρυξη της 17Ν: «Άρχισε η κάθαρση»
Δεκατρείς ημέρες μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, η «17 Νοέμβρη» ανέλαβε επίσημα την ευθύνη με μια 12σέλιδη προκήρυξη που έφερε τον τίτλο «Άρχισε η κάθαρση». Το κείμενο, με ημερομηνία 18 Σεπτεμβρίου 1989, στάλθηκε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 9 Οκτωβρίου.
Στην προκήρυξη η οργάνωση επιχειρούσε να παρουσιάσει τη δολοφονία ως μέρος της δικής της «κάθαρσης» γύρω από το σκάνδαλο Κοσκωτά. Κατηγορούσε τον Μπακογιάννη για οικονομικές ατασθαλίες που, όπως ισχυριζόταν, συνδέονταν με τη «Γραμμή» και τον Γιώργο Κοσκωτά, ενώ υποστήριζε ότι πολιτικές δυνάμεις οδηγούσαν στην παραγραφή ευθυνών για την υπόθεση.
Από την προκήρυξη: “…Ξαναγυρίζοντας λοιπόν στο ζήτημα του Μπακογιάννη, κανένα δεν ενδιαφέρει αν ο χουντικός εισαγγελέας, πρώην βασιλικός επίτρόπος στρατοδικείου Δωρής χαρακτήρισε τα εγκλήματα του Μπακογιάννη πλημμελήματα επιτρέποντας έτσι την παραγραφή τους. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η ουσία. Ότι ο Μπακογιάννης έκανε όλα τα πάρα πάνω (και πάρα κάτω) εγκλήματα όπως κι αν τα χαρακτηρίζει ο Δωρής.
Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι την εποχή που έγιναν όλα τα πάρα πάνω εγκλήματα ο Κοσκωτάς ήταν ένας απλός υπάλληλος της Τράπεζας Κρήτης και συνεπώς έχει δίκηο ο εισαγγελέας Ευθυμιάδης όταν υποστηρίζει ότι ο Μπακογιάννης είναι εκείνος που έχρισε εκδότη τον απατεώνα Κοσκωτά και ότι αυτός μεταμορφώθηκε σε εκδότη εφημερίδων, περιοδικών και λειτουργό τοπικού ραδιοφώνου αφού καταλήστεψε την Τράπεζα Κρήτης και βρήκε την πρόθυμη υλική υποστήριξη, με όλες τις μορφές συμμετοχής από την ιεραρχία της Τράπεζας Κρήτης (που δεν ήταν τότε δική του) και τη Γραμμή, δηλαδή τον Μπακογιάννη.
Αυτό όμως που ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο είναι ότι μετά από την ίδρυση της Γραμμής έχουμε —σύμφωνα πάντα με τον εισαγγελέα Ευθυμιάδη — οκτώ συνολικά αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Γραμμής, μέσω των κλεμμένων χρημάτων από την Τράπεζα Κρήτης, μέχρις ότου αυτό έφτασε τα 4,5 δις. Στις πέντε απ’ αυτές τις αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου-κλοπές, συμμετείχε ο Μπακογιάννης αφού ήταν αντιπρόεδρος της Γραμμής, μέχρι το Φλεβάρη του 85. Αυτό που ενδιαφέρει ακόμη είναι ότι η Γραμμή με αντιπρόεδρο πάντα και μέτοχο το Μπακογιάννη, χρησιμοποιήθηκε σαν μέσο απ’ τον Κοσκωτά για την αγορά της Τράπεζας Κρήτης...”
Η προκήρυξη της 17Ν δεν περιοριζόταν στον Μπακογιάννη. Στο ίδιο κείμενο ανέφερε ως συνυπεύθυνους, κατά τους δικούς της ισχυρισμούς, τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Μένιο Κουτσόγιωργα, τον Παναγιώτη Πέτσο, τον Παναγιώτη Ρουμελιώτη και τον Γιώργο Χαλικιά. Πρόκειται για ισχυρισμούς της ίδιας της τρομοκρατικής οργάνωσης και όχι για δικαστικές διαπιστώσεις περί ενοχής των προσώπων που κατονομάζονταν.
Από την προκήρυξη: “…Το γεγονός ότι χτυπάμε το Μπακογιάννη δεν σημαίνει ότι δεν θεωρούμε σαν κύριους υπεύθυνους για το σκάνδαλο Κοσκωτά τους Παπανδρέου, Κουτσόγιωργα, Πέτσο, Ρουμελιώτη, Χαλίκια. Οι ευθύνες όμως όλων αυτών υπάρχουν κυρίως αφ’ ότου ο Κοσκωτάς έγινε τραπεζίτης και εκδότης και συνεπώς αυτό δεν σημαίνει ότι . δεν υπάρχουν ευθύνες και συνενοχή άλλων και κυρίως σημερινών κορυφαίων παραγόντων της ΝΔ.
Η ενέργεια αυτή είχε αποφασιστεί να γίνει σαν δεύτερο σκέλος μιας ενέργειας που στόχευε τους δυο υπεύθυνους πολιτικούς χώρους για το σκάνδαλο Κοσκωτά, δηλαδή τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και τη ΝΔ, και ειδικότερα δύο από τους κύριους υπεύθυνους από τον κάθε χώρο, τον Πέτσο και τον Μπακογιάννη. Είχε αποφασιστεί να γίνει μια βδομάδα περίπου μετά την επίθεση ενάντια στον Πέτσο…”

Η προκήρυξη έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο: η ημερομηνία που αναγράφεται στο κείμενο είναι 18 Σεπτεμβρίου 1989, δηλαδή πριν από τη δολοφονία της 26ης Σεπτεμβρίου. Η 17Ν, επομένως, είχε εντάξει την επίθεση σε ένα ήδη διαμορφωμένο αφήγημα και στη συνέχεια, με την προκήρυξη, επιχείρησε να εξηγήσει δημόσια τους λόγους που η ίδια επικαλούνταν για την εκτέλεση του βουλευτή.
Τι αποκάλυψε η δίκη της 17Ν για τη δολοφονική επίθεση
Για περισσότερα από δέκα χρόνια, οι ακριβείς συνθήκες της δολοφονίας παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό άγνωστες. Η εικόνα άρχισε να συμπληρώνεται μετά την εξάρθρωση της 17Ν το 2002 και κυρίως μέσα από τις καταθέσεις των μελών της οργάνωσης.
Ο Βασίλης Τζωρτζάτος υποστήριξε στην προανακριτική του κατάθεση ότι η απόφαση για τη δολοφονία είχε ληφθεί σε συνάντηση στα μέσα Αυγούστου του 1989. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, στη συνάντηση συμμετείχαν ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ο Σάββας Ξηρός, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι στην επιχείρηση συμμετείχαν ο Κουφοντίνας, ο Ξηρός και ο Ηρακλής Κωστάρης.
Στη δικαστική διαδικασία ο Δημήτρης Κουφοντίνας παραδέχθηκε τη συμμετοχή του στη «17 Νοέμβρη», αλλά δεν ανέλαβε συγκεκριμένα την ευθύνη για το ποιος συμμετείχε στη δολοφονία του Μπακογιάννη.
Άλλες καταθέσεις έδωσαν περισσότερες λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η επίθεση. Σύμφωνα με κατάθεση που δημοσιοποίησε το «Βήμα», υπήρχε σχέδιο ώστε η επιχείρηση να ματαιωθεί εάν ο Μπακογιάννης έφτανε στο γραφείο του συνοδευόμενος από άλλο πρόσωπο. Οι δράστες φέρονται να είχαν χωριστεί σε διαφορετικούς ρόλους, με ένα άτομο να παρακολουθεί την άφιξη του βουλευτή και να δίνει το σήμα στους εκτελεστές.
Το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου, το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή. Στις 7:58, ο Μπακογιάννης δέχθηκε τα πυρά των δραστών στην είσοδο του γραφείου του στην οδό Ομήρου. Μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό», όμως περίπου μία ώρα αργότερα υπέκυψε στα τραύματά του.
Η καταδίκη για τις δολοφονίες Μπακογιάννη & των 22 λοιπών θυμάτων
Η δικαστική διαδικασία που ακολούθησε την εξάρθρωση της 17Ν κατέληξε σε συγκεκριμένες καταδικαστικές αποφάσεις για τις δολοφονίες της οργάνωσης.
Από την πρώτη δολοφονία, εκείνη του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα Ρίτσαρντ Γουέλς στις 23 Δεκεμβρίου 1975, μέχρι την τελευταία δολοφονία, του Βρετανού στρατιωτικού ακόλουθου Στίβεν Σόντερς στις 8 Ιουνίου 2000, η δράση της οργάνωσης άφησε πίσω της 23 νεκρούς.
Τα 23 θύματα, με χρονολογική σειρά, ήταν:
Ρίτσαρντ Γουέλς (23/12/1975), Ευάγγελος Μάλλιος (14/12/1976), Παντελής Πέτρου και Σωτήρης Σταμούλης (16/1/1980), Τζορτζ Τσάντες και Νίκος Βελούτσος (15/11/1983), Χρήστος Μάτης (24/12/1984), Νίκος Μομφερράτος και Παναγιώτης Ρουσέτης (21/2/1985), Νίκος Γεωργακόπουλος (26/11/1985), Δημήτρης Αγγελόπουλος (8/4/1986), Αλέξανδρος Αθανασιάδης (1/5/1988), Γουίλιαμ Νορντίν (28/6/1988), Κωνσταντίνος Ανδρουλιδάκης (10/1/1989), Παύλος Μπακογιάννης (26/9/1989), Ρόναλντ Στιούαρτ (12/5/1991), Γιάννης Βαρής (2/11/1991), Γιοργκού Τσετίν (7/10/1992), Θάνος Αξαρλιάν (14/7/1992), Μιχάλης Βρανόπουλος (24/1/1994), Ομέρ Σιπαχίογλου (4/7/1994), Κώστας Περατικός (28/5/1997) και Στίβεν Σόντερς (8/6/2000).
Η πρωτόδικη δίκη ολοκληρώθηκε το 2003 και ακολούθησε η δευτεροβάθμια διαδικασία στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων, η οποία ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2007, ύστερα από περίπου 250 συνεδριάσεις.
Το Εφετείο διατήρησε τις ιδιαίτερα βαριές ποινές για τα βασικά στελέχη της οργάνωσης. Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος καταδικάστηκε σε 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη, ο Δημήτρης Κουφοντίνας σε 11 φορές ισόβια και 25 χρόνια, ο Χριστόδουλος Ξηρός σε 6 φορές ισόβια και 25 χρόνια, ο Σάββας Ξηρός σε 5 φορές ισόβια και 25 χρόνια, ενώ ο Βασίλης Τζωρτζάτος σε 4 φορές ισόβια και 25 χρόνια. Ο Ηρακλής Κωστάρης καταδικάστηκε σε ισόβια και 23 χρόνια κάθειρξη.
Για τα υπόλοιπα καταδικασθέντα μέλη, οι ποινές ήταν μικρότερες: ο Βασίλης Ξηρός και ο Πάτροκλος Τσελέντης καταδικάστηκαν σε 25 χρόνια κάθειρξη, ο Κώστας Τέλιος σε 22 χρόνια, ο Κώστας Καρατσώλης σε 17 χρόνια, ενώ οι Θωμάς Σερίφης και Διονύσης Γεωργιάδης σε οκτώ χρόνια. Ο Σωτήρης Κονδύλης καταδικάστηκε σε 11 χρόνια και τρεις μήνες.
Στις 17 Δεκεμβρίου 2003, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη τους Δημήτρη Κουφοντίνα, Ηρακλή Κωστάρη και Αλέξανδρο Γιωτόπουλο για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη. Ο Σάββας Ξηρός και ο Βασίλης Τζωρτζάτος καταδικάστηκαν σε 15 χρόνια κάθειρξη για την ίδια υπόθεση.
Από τον Ποινικό Κώδικα της εποχής της 17Ν στο σημερινό πλαίσιο για την τρομοκρατία
Όταν η «17 Νοέμβρη» ξεκίνησε τη δράση της το 1975, ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας δεν διέθετε το σημερινό ειδικό και αναλυτικό πλαίσιο για τις τρομοκρατικές πράξεις και τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Οι πράξεις της οργάνωσης αντιμετωπίζονταν με βάση τις γενικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και της τότε ισχύουσας ποινικής νομοθεσίας, ανάλογα με το έγκλημα που είχε τελεστεί, όπως η ανθρωποκτονία, η έκρηξη, η παράνομη οπλοκατοχή και άλλες αξιόποινες πράξεις.
Αυτό άλλαξε σημαντικά στις αρχές της δεκαετίας του 2000, λίγο πριν από την εξάρθρωση της 17Ν. Με τον Νόμο 2928/2001 τροποποιήθηκε το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα και θεσπίστηκε ειδικότερο πλαίσιο για την εγκληματική οργάνωση, ενώ προβλέφθηκαν και ειδικές ανακριτικές δυνατότητες για την αντιμετώπιση οργανωμένης εγκληματικής δράσης. Ο ίδιος νόμος προέβλεψε μεταξύ άλλων δυνατότητα χρήσης ειδικών ανακριτικών πράξεων, ανάλυσης DNA και μέτρων προστασίας μαρτύρων.
Η μεγάλη θεσμική εξέλιξη ήρθε με την εισαγωγή του άρθρου 187Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά τις τρομοκρατικές πράξεις και την τρομοκρατική οργάνωση. Το σύγχρονο πλαίσιο δεν περιορίζεται στην τιμωρία της πράξης που τελικά διαπράχθηκε. Προβλέπει ειδικές διατάξεις για την τρομοκρατική οργάνωση, τη στρατολόγηση, τη δημόσια υποκίνηση ή απειλή τρομοκρατικής πράξης και άλλες μορφές υποστήριξης ή προπαρασκευής.
Μπακογιάννης: Από τη δημοσιογραφία στην πολιτική
Ο Παύλος Μπακογιάννης είχε ήδη διαγράψει μια σημαντική πορεία πριν περάσει στην ενεργό πολιτική.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας βρέθηκε στη Γερμανία και εργάστηκε στη Βαυαρική Ραδιοφωνία, όπου διηύθυνε το ελληνόφωνο πρόγραμμα και ασκούσε έντονη αντιδικτατορική δράση.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και το 1982 ανέλαβε εκδότης και διευθυντής του περιοδικού «ΕΝΑ». Παράλληλα, άρχισε να αποκτά ενεργότερο ρόλο στην πολιτική ζωή, ως συνεργάτης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Τον Ιούνιο του 1989 εξελέγη βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Ευρυτανία.
Ο Παύλος Μπακογιάννης παντρεύτηκε την Ντόρα Μπακογιάννη το 1974 και απέκτησαν δύο παιδιά, την Αλεξία και τον Κώστα.
37 χρόνια μετά μας λείπεις το ίδιο. Πόσο πολύτιμη θα ήταν σήμερα η παρουσία σου! pic.twitter.com/4ApaGpeomc— Ντόρα Μπακογιάννη (@Dora_Bakoyannis) September 26, 2026
Τριάντα επτά χρόνια μετά, η 26η Σεπτεμβρίου παραμένει συνδεδεμένη με εκείνο το πρωινό στην οδό Ομήρου. Ο Παύλος Μπακογιάννης έμεινε στη δημόσια μνήμη όχι μόνο ως θύμα της «17 Νοέμβρη», αλλά και ως δημοσιογράφος και πολιτικός που είχε επιχειρήσει να μετατρέψει την προσωπική και ιστορική εμπειρία του διχασμού σε πολιτικό λόγο υπέρ της συμφιλίωσης.