Μία ημέρα μετά την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, του καταδικασμένου ως αρχηγού της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει, εξετάζοντας το ενδεχόμενο αναίρεσης της απόφασης που τον άφησε ελεύθερο υπό όρους. Ο Γιωτόπουλος, γνωστός και ως «Λάμπρος», βγήκε από τις φυλακές Κορυδαλλού το απόγευμα της Πέμπτης 21 Μαΐου 2026, μετά από 24 χρόνια κράτησης. Η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά ήρθε παρά την αρνητική εισαγγελική πρόταση και το αρχικά απορριπτικό βούλευμα του πρώτου βαθμού. Ήταν η πέμπτη κατά σειρά αίτησή του για αποφυλάκιση.
Το βαρύ ιστορικό της 17Ν
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος καταδικάστηκε σε 17 φορές ισόβια συν 25 χρόνια κάθειρξη για ηθική αυτουργία σε δολοφονίες, ληστείες, εκρήξεις και διεύθυνση της οργάνωσης που σκότωσε 23 ανθρώπους μεταξύ 1975 και 2000. Ποτέ δεν εξέφρασε μεταμέλεια για τις πράξεις της οργάνωσης. Αντίθετα, διατήρησε στάση αμετανόητου, κάτι που έχει αναφερθεί επανειλημμένα ως επιβαρυντικό στοιχείο στις προηγούμενες απορριπτικές αποφάσεις.
Γιατί τώρα η παρέμβαση του Αρείου Πάγου;
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έθεσε υπό διερεύνηση την απόφαση του Συμβουλίου Εφετών, εστιάζοντας σε πιθανές νομικές πλημμέλειες ή εσφαλμένη εφαρμογή των κριτηρίων αποφυλάκισης υφ’ όρων, ιδίως σε υποθέσεις τρομοκρατίας με τόσο βαρύ παρελθόν. Η διαδικασία αναίρεσης μπορεί να οδηγήσει στην επιστροφή του Γιωτόπουλου στη φυλακή, εφόσον κριθεί βάσιμη.
Η είδηση προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη
Θύματα της 17Ν, συγγενείς τους και πολιτικοί παράγοντες εκφράζουν οργή και απορία για το πώς ένας πολυισοβίτης με τέτοιο προφίλ αφέθηκε ελεύθερος, έστω και με περιοριστικούς όρους (απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, τακτική εμφάνιση σε αστυνομικό τμήμα και περιορισμός διαμονής). Η υπόθεση φέρνει ξανά στην επιφάνεια τη συζήτηση για το πλαίσιο αποφυλακίσεων σε περιπτώσεις τρομοκρατίας και βαρέων εγκλημάτων. Από τη μία πλευρά, το σωφρονιστικό σύστημα προβλέπει μηχανισμούς υφ’ όρον απόλυσης μετά από ορισμένο χρόνο (ειδικά για λόγους υγείας, όπως φέρεται να συνέβη εδώ). Από την άλλη, η κοινωνία και πολλοί νομικοί τονίζουν ότι σε υποθέσεις με τόσο μεγάλη κοινωνική και ηθική βαρύτητα, η «μεταμέλεια» και η αξιολόγηση του κινδύνου επανεγκληματισμού πρέπει να παίζουν καθοριστικό ρόλο.