Σε ένα κλασικό παριζιάνικο μπιστρό στην περιοχή της Βαστίλης μια βροχερή μέρα του Σεπτέμβρη κουβεντιάσαμε με τον κ. Νίκο Γραικό, καθηγητή ελληνικών στο Παρίσι, με αφορμή την κυκλοφορία του καινούργιου του βιβλίου με τίτλο «Αναστοχασμός». Ο συγγραφέας, μίλησε στη Χαρά Αγριδιώτη για το νέο του έργο, τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής, την αστική αποξένωση, την έλλειψη ανθρωπιάς…
Πρόκειται για το δεύτερο κατά σειρά βιβλίο του, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Συρτάρι. Μέσα από τις σελίδες του, ο αναγνώστης βυθίζεται στη ζωή του ήρωα και ανακαλύπτει έναν κόσμο που τον καλεί να αναστοχαστεί. Το βιβλίο γίνεται ένας καθρέφτης που αντανακλά τις στιγμές εκείνες οι οποίες μέσα από σκοτεινά μονοπάτια, μας οδηγούν τελικά πιο κοντά στο φως, στον σκοπό που υπηρετεί ο καθένας μας, στη ζωή! Επιπλέον, μέσα από την προσωπική οδύσσεια του ήρωα, ο συγγραφέας υφαίνει έναν λεπτοδουλεμένο ιστό με προεκτάσεις σε ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα των ημερών μας.



Στην αρχή του βιβλίου, ο ήρωάς σας φεύγει από το λύκειο κουρασμένος, με το κασκόλ, το παλτό και την τραγιάσκα σαν πανοπλία. Σε ποιον βαθμό η λογοτεχνία είναι για εσάς η δική σας πανοπλία, αλλά και το δικό σας εισιτήριο διαφυγής;
Δεν ξέρω αν είναι εισιτήριο διαφυγής ή πανοπλία. Ξέρω πάντως ότι είναι μέσο έκφρασης για να ειπωθούν ορισμένα πράγματα, είναι περισσότερο μια παύλα που μας ενώνει με τους άλλους. Ακόμα και όταν γράφει κάποιος μόνος του κλεισμένος σε ένα γραφείο, σε κάποιον απευθύνεται. Στα γαλλικά είναι πολύ πιο εύκολο να ειπωθεί. Η παύλα λέγεται trait d’union (σ.σ.σημείο ένωσης). Η λογοτεχνία αυτόν τον ρόλο παίζει, φέρνει τον αναγνώστη με τον γράφοντα σε έναν διάλογο. Ο διάλογος δεν είναι άμεσος, όπως συμβαίνει δηλαδή με το θέατρο, αλλά είναι υπαρκτός, διότι ο αναγνώστης συνεχίζει την ανάγνωση πέρα από αυτό που γράφεται και προχωράει πιο μακριά και δίνει το δικό του ρυθμό στο κείμενο που διαβάζει.
Στο βιβλίο σας επιστρέφει συνεχώς το μοτίβο της μοναξιάς μέσα στην πόλη, της διάλυσης των κοινωνικών δεσμών («όλοι μόνοι, μονογονεϊκές οικογένειες, νοικοκυριά μονοπρόσωπα. Χιλιάδες σύνθετες λέξεις με το μόνο ως πρώτο συνθετικό»). Πιστεύετε ότι η σύγχρονη μεγαλούπολη μας αρρωσταίνει περισσότερο ψυχικά ή κοινωνικά;
Και τα δύο. Συγχρόνως όμως, όπως προσπαθώ να μην έχω μονοδιάστατη σκέψη. Τα δύο βασικά πρόσωπα του βιβλίου, το ένα που για διάφορους λόγους βρίσκεται σε μεγαλούπολη, το άλλο σε πιο μικρή πόλη, βλέπουμε ότι τελικά έχουν χιλιάδες κοινά σημεία. Ο περιβάλλων χώρος είναι περισσότερο ένα περίβλημα, αλλά το περιεχόμενο τελικά είναι πάντα το ίδιο. Η μεγαλούπολη είναι κάποιες φορές ένα καβούκι που προστατεύει, άλλοτε όμως είναι η αιτιας μιας μεγάλης κούρασης. Η καθημερινή ζωή έτσι κι αλλιώς απαιτεί πάρα πολύ μεγάλες δυνάμεις οπουδήποτε και να βρίσκεται κανείς, αλλά ναι, όντως πιστευω πια ότι μετά από κάποια χρόνια η μεγαλούπολη αντί να είναι το καταφύγιο μας, είναι ένα εχθρικό περιβάλλον.
Η φυγή του ήρωα μοιάζει και με πολιτική πράξη: δεν αντέχει την ομοιομορφία των σταθμών, την τυποποίηση, την εμπορευματοποίηση. Θα λέγατε ότι το βιβλίο εμπεριέχει και μια κριτική στον καπιταλιστικό – δυτικό τρόπο ζωής;
Μα όλη μου η ζωή αποτελεί μια κριτική σε αυτόν τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής. Από την άλλη, δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας τρόπος ζωής που να θέλουμε να μιμηθούμε αυτήν τη στιγμή. Μάλλον πάμε προς την καταστροφή του κόσμου του ίδιου. Υπάρχει πάντα αυτό το στοιχείο της φύσης που πρέπει να σεβαστούμε και της γης της ίδιας ώστε να μην καταστραφεί ο πλανήτης.
Η φυγή σε μια στιγμή πριν να φτάσουμε στο τελικό αδιέξοδο, είναι πολλές φορές η δυνατότητα αντίδρασης στις δύσκολες παραμέτρους στη ζωή μας. Μιλάμε πάρα πολύ, ειδικά στην Ελλάδα για το θέμα των γυναικοκτονιών. Ίσως είναι ένα κάλεσμα, με λογοτεχνικά εργαλεία βέβαια, μια έκκληση στο να φύγουμε από αυτό που θα μας φέρει στο αμετάκλητο.
Το βιβλίο αυτό τολμώ να πω ότι είναι μια μουσική παρτιτούρα. Όλο το πρώτο μέρος είναι Adagio, ίσως βαρύ σε κάποιες στιγμές με ορισμένα σημεία χιουμοριστικά, για να μην κουράσει τον αναγνώστη και μετά αλλάζει εντελώς μέχρι να γίνει ένα dolce και ένα allegro, να φτάσει δηλαδή σε έναν κανονικό ρυθμό, όπως θα ήθελα και η ίδια μας η ζωή, αλλά και η κοινωνία να είναι!
Υπάρχει μια τρυφερή αλλά συνάμα και πικρή σκηνή με τον νεαρό στο πάρκο. Η γενιά που χάνεται στα ναρκωτικά, η γενιά που κουβαλάει μπερδέματα. Σας απασχολεί ως συγγραφέα η ύπαρξη ενός κοινού παρονομαστή μοναξιάς;
Με απασχολεί, αλλά πιο πολύ με απασχολεί το θέμα των νόμιμων και παράνομων ναρκωτικών ουσιών που ανήκουν στα καταναλωτικά αγαθά. Για παράδειγμα, το ποτό ή το τσιγάρο είναι σχεδόν νόμιμα. Σιγά – σιγά θα γίνουν και αυτά παράνομα. Κάποια ναρκωτικά είναι παράνομα. Κάποια ψυχοφάρμακα όχι μόνο δεν είναι παράνομα, αλλά επιτελούν και τον ρόλο μιας ομαλοποίησης του ψυχισμού των ανθρώπων. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι κάποιες φορές, το να μην είσαι καλά προσαρμοσμένος στον άσχημο κόσμο στον οποίο ζούμε, δεν είναι αρνητικό. Επίσης, το βιβλίο αυτό μπορεί να γράφτηκε στη Γαλλία, αλλά απευθύνεται σε ένα ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ξέρουμε πολύ καλά ότι στην Ελλάδα, ίσως ακόμα πιο πολύ και από τη Γαλλία, υπάρχει το στίγμα της ψυχικής αρρώστιας. Ίσως για αυτό ήθελα να βάλω αυτό το κεφάλαιο.
Στο πλαίσιο αυτό της μοναξιάς θα ήθελα να αναφερθώ και σε άλλα κείμενα που έχω γράψει στη ζωή μου. Το πρώτο διήγημα που δημοσιεύτηκε στις εκδόσεις Εύμαρος στον συλλογικό τόμο με τίτλο ”42 κείμενα καραντίνας”, κάνει έναν παραλληλισμό τριών εποχών και τριών γενιών. Τη μεταπολεμική γενιά με τη φυματίωση, τη γενιά του ’80 με το AIDS και την πανδημία κόβιντ τονίζοντας έτσι ότι κάθε γενιά σχεδόν, περνάει κάποιο δύσκολο πρόβλημα.
Η μάστιγα των ναρκωτικών για μένα αποτελεί ένα φαινόμενο κρίσιμο και καθοριστικό. Αυτό γιατί με τα ναρκωτικά κατάφεραν να καταστρέψουν όλη την ελπίδα της δεκαετίας του ΄60 που είχε γεννηθεί με το ροκ και με το αντιπολεμικό κίνημα για το Βιετνάμ. Δεν ξέρω κατά πόσο τα ναρκωτικά αυτά χρησιμοποιήθηκαν ως κατασταλτικός μηχανισμός. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα υπάρχει μια μεγάλη διαμάχη για τις θεραπείες απεξάρτησης ή αν δεν θέλουμε να πούμε τη λέξη θεραπείες, γενικά για την απεξάρτηση. Αν θα πρέπει να προχωράμε σε προγράμματα στεγνά. Πολλές φορές είναι σκληρά τα προγράμματα αυτά για τον εθισμένο σε ουσίες και υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση γύρω από αυτό. Κάποιοι άλλοι όμως λένε ότι τα μη στεγνά προγράμματα αναπαράγουν με υποκατάστατα την εξάρτηση αυτή σε κάποια ουσία.
«Οι σημαντικές γνωριμίες, οι δυνατές φιλίες δεν μπορούν να σβήσουν τις πληγές… κάποια στιγμή είσαι ενώπιος ενωπίω»…
Κάπου γράφετε ότι «οι σημαντικές γνωριμίες, οι δυνατές φιλίες δεν μπορούν να σβήσουν τις πληγές… κάποια στιγμή είσαι ενώπιος ενωπίω». Είναι για εσάς η πολιτική (κόμματα, σύλλογοι, επιτροπές) απλά μια παρηγοριά ή μια αποφυγή-αναβολή ενός προσωπικού κενού;
Εξαρτάται από την προσωπική ζωή του καθενός και την προσωπική του πορεία. Γεγονός όμως είναι ότι όλη αυτή η κοινωνική εμπλοκή δεν μπορεί να θεραπεύσει κάποιες βαθύτερες προσωπικές πληγές. Μάλλον και τα δυο χρειάζονται. Εάν δεν υπάρχει κοινωνική ένταξη και δράση, δεν μπορεί να υπάρχει και ψυχική ισορροπία, το ξεπέρασμα των ψυχικών τραυμάτων και το αντίθετο. Δεν ξέρω ακριβώς πώς να το πω. Πάντως, δεν έχω καταλάβει πολύ καλά αυτό με την έννοια των κοινοτήτων, γιατί διαφωνώ λίγο με την κοινωνία «μωσαϊκό» που ίσως καμιά φορά παρουσιάζεται ως αγγλοσαξονικό μοντέλο. Η κοινότητα μπορεί να είναι και κάτι το οποίο επιτρέπει στο εγώ να εκφραστεί και να βρει και μια ηρεμία. Άρα ίσως είναι αυτή η απάντηση.
Αυτό που μας ενδιαφέρει ίσως είναι, το περίφημο περίσσευμα τρυφερότητας. Αυτό πρέπει κάπου να δοθεί!
Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου σας φαίνεται να βρίσκεται σε μια βαθιά υπαρξιακή κρίση, με την αυτοκτονία να εμφανίζεται ως σκέψη ή πιθανότητα. Πώς λειτουργεί το σφιχταγκαλιασμένο ζευγάρι στην κομβική στιγμή στη θάλασσα με τον ήρωά μας να βιώνει την πιο σκοτεινή στιγμή του; Επίσης, πώς λειτουργεί η συνάντηση με το σκυλάκι και την ηλικιωμένη καθηγήτρια στην επανασύνδεση του πρωταγωνιστή με τη ζωή;
Ζω στη Γαλλία εδώ και σαράντα χρόνια και παρουσιάζω πολύ συχνά βιβλία. Δεν θα ήθελα να πούμε πάρα πολλά αποκαλυπτικά για την εξέλιξη της ροής της νουβέλας αυτής. Αυτό που μας ενδιαφέρει ίσως είναι, το περίφημο περίσσευμα τρυφερότητας. Αυτό πρέπει κάπου να δοθεί. Ορισμένες ασφαλιστικές δικλείδες υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή του πρωταγωνιστή, που του επιτρέπουν να μην τιναχτεί το «καπάκι στον αέρα με τη βράση που γίνεται μέσα του», αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή την εικόνα. Οι δικλείδες αυτές έφεραν στον ήρωα του βιβλίου και πιθανώς και σε μένα αντίστοιχα στη ζωή μου, τη δυνατότητα να αντέξει τη σκηνή που πλησιάζει κοντά στο θάνατο. Φαίνεται ίσως κάτι σχετικά στερεοτυπικό. Οι δυο βασικές ορμές στη ζωή του ανθρώπου, ο έρωτας και ο θάνατος. Καμιά φορά υπάρχει μια έλξη προς το θάνατο και αυτό πάντα είναι ένα παιχνίδι στην κόψη του ξυραφιού. Δεν ξέρουμε πότε ποιος θα κερδίσει. Οπότε η ερωτική αυτή αιχμή που μπήκε ξαφνικά στη μαύρη στιγμή της ιστορίας του ήρωα του βιβλίου, είναι η αντίθετη έλξη και υπάρχει αυτή η διαμάχη. Εντάξει, υποτίθεται ότι ζούμε σε μία εποχή στη λογοτεχνία, όπου το 70, 80 90% των βιβλίων είναι δύσκολη, τα λεγόμενα δυστοπικά βιβλία. Δεν είναι ανάγκη να αναπαράγουμε όσα πολύ δύσκολα ζούμε γύρω μας και μέσα στη λογοτεχνία, ούτε βέβαια να γράφουμε ιστορίες ποτισμενες με ανθόνερο και με ροδόνερο. Ο σκοπός είναι να υπάρξει μια διέξοδος, αλλιώς δεν υπάρχει συνέχεια.

Είστε Έλληνας που ζει εδώ και σαράντα χρόνια στη Γαλλία. Ελληνογάλλος θα λέγαμε. Συμφωνείτε με την άποψη του κ. Μητσοτάκη ο οποίος κατά την ομιλία του στην εκδήλωση για την παρουσίαση των έργων της Θεσσαλονίκης είπε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι η Ελλάδα δεν είναι Γαλλία γιατί παρουσιάζει πραγματικά πλεονάσματα ενώ η Γαλλία από την άλλη βιώνει μια βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση η οποία παράγει μεγάλα ελλείμματα τα οποία και υποχρεούται να τιθασεύσει μέσα από σκληρά μέτρα λιτότητας;
Είναι ακριβώς αυτό το εκφοβιστικό σενάριο που προσπαθούν να μας πουλήσουν και στη Γαλλία, το οποίο είναι εντελώς ψεύτικο, εντελώς φτιαχτό. Η Γαλλία έχει πάρα πολύ μεγάλο παραγωγικό πλούτο. Δεν είναι καθόλου έτσι όπως τα παρουσιάζει ο κ. Μητσοτάκης. Αν δεν είχαν δοθεί όλες αυτές οι τεράστιες ενισχύσεις στο μεγάλο κεφάλαιο, εάν δεν είχαν δοθεί τα κέρδη των επιχειρήσεών τους στους μετόχους και είχαν δοθεί στους εργαζομένους, η Γαλλία θα ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Τα προβλήματα και στη Γαλλία είναι αποτελέσματα της εφαρμογής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Όπως έχω πει πολλές φορές σε πολλές συνεντεύξεις μου, η νεοφιλελεύθερη πολιτική είναι η λεωφόρος για τον φασισμό και την ακροδεξιά. Η Ελλάδα που αγαπώ πάρα πολύ και θέλω να βοηθήσω όσο μπορώ αυτή τη στιγμή, για εμένα βρίσκεται μετά την καταστροφή, δεν πάει προς την καταστροφή. Έχει γίνει ήδη η καταστροφή όταν φτάνουμε με το αεροπλάνο στο αεροδρόμιο της Αθήνας και βλέπουμε ένα τεράστιο πάρκο από ανεμογεννήτριες. Τίποτα δεν βλέπουμε από τη μεγάλη ομορφιά που είχε η Ελλάδα αν μιλήσουμε για τον φυσικό χώρο.
Όσον αφορά εμένα, που είμαι καθηγητής της ελληνικής ως ξένης γλώσσας πάνω από 40 χρόνια και που μίλησα πάρα πολύ για τη σχέση αρχαίας Ελλάδας, Βυζαντινής Ελλάδας, κατά κάποιο τρόπο της χριστιανικής πλευράς της ελληνικής κοινωνίας, και σύγχρονης Ελλάδας, θα πώ τα εξής: Όταν είχαμε τον διάλογο για την Αθήνα ανάμεσα στην Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό, είχαμε την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα ως αρχαιοελληνικό σύμβολο και τον Λυκαβηττό με τον Άγιο Γεώργιο ως σύμβολο της Βυζαντινής Ελλάδας. Τώρα θα έχουμε και τρίτο σύμβολο! Στο ιερό τρίγωνο αντί να έχουμε Παρθενώνα, Λυκαβηττό και Ναό της Αφαίας στην Αίγινα, θα έχουμε Παρθενώνα, Λυκαβηττό και τον ουρανοξύστη στο παλιό Ελληνικό που είναι το σύμβολο του νεοπλουτισμού της καταστροφής της Ελλάδας. Των Ελλήνων που πάνε στο Ντουμπάι. Και νομίζω ότι είναι τραγικό. Επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι όταν είδα τις φωτογραφίες με τον κόσμο να τρέχει με τις βαλίτσες σε μια παραλία με την πυρκαγιά στη Χίο, ένοιωθα ότι έβλεπα τους μαθητές μου που μάθαιναν ελληνικά για να έρθουν στην Ελλάδα, να γνωρίσουν τους Έλληνες και τον ελληνικό πολιτισμό. Έβλεπα αυτούς τους ανθρώπους να τρέχουν με τις βαλίτσες να σωθούν… Όλα αυτά που κάναμε τόσα χρόνια ίσως πάνε μάταια γιατί ήδη η πολιτική που εφαρμόζεται τα έχει καταστρέψει. Η πολιτική ηγεσία, η σημερινή και ίσως και αυτή που θα έρθει μετά…
Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν μυαλό και καρδιά!
Υπηρετείτε χρόνια την εκπαίδευση. Πώς πιστεύετε ότι ο δάσκαλος μπορεί να πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τον μαθητή του; Είναι τελικά μόνο η μεταλαμπάδευση γνώσεων το ζητούμενο ή πρέπει να επιμείνουμε και στη συναισθηματική καλλιέργεια; στη μεταλαμπάδευση αξιών και ήθους;
Στο βιβλίο μου μέσα, προσπαθώ με λογοτεχνικό τρόπο, οι αναγνώστες και οι κριτικοί θα δουν αν τα κατάφερα, να αναδείξω και ιδέες για θέματα παιδαγωγικά και της διδακτικής. Είναι ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές του βιβλίου αυτές οι ιδέες και προσπάθησα με λογοτεχνικό τρόπο να εντάσσονται στην πλοκή και στην εξέλιξη της ιστορίας. Αυτά που λέει το δεύτερο βασικό πρόσωπο του βιβλίου, είναι το δικό μου πιστεύω για τον τρόπο που πρέπει να λειτουργούν οι εκπαιδευτικοί, ώστε να αποφεύγονται και να αντιμετωπίζονται τα δύσκολα. Σε κάποια στιγμή λέγεται μες στο βιβλίο, δεν αποκαλύπτω πού και πώς, ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουν μυαλό και καρδιά. Αυτή τη στιγμή η τεχνοκρατική αντίληψη που επικρατεί, κράτησε μόνο μία εγκεφαλική αντιμετώπιση του κόσμου αφαιρώντας ό,τι το τρυφερό και ανθρώπινο! Αυτό θέλω να είναι η απάντηση μου.



Θα πω λοιπόν ότι τελικά το μεγαλύτερο ζητούμενο είναι η ανθρωπιά…
Αν γράφατε ένα εμβόλιμο κείμενο – σήμα κατατεθέν για το τώρα, με αυτά που διαδραματίζονται στη Γάζα και στην Ουκρανία ποιο θα ήταν το ερώτημα που θα απευθύνατε;
Το ερώτημα που απευθύνω στον εαυτό μου πιο πολύ, στους φίλους μου και στον κόσμο με τον οποίο συναναστρέφομαι έχει να κάνει με την έλλειψη ανθρωπιάς. Θα πω λοιπόν ότι τελικά το μεγαλύτερο ζητούμενο είναι η ανθρωπιά.
Σε αυτό που γίνεται στην Ουκρανία και στη Γάζα, το στοίχημα που παίζεται αυτή τη στιγμή είναι αν το διεθνές δίκαιο ισχύει ακόμα. Αν ισχύει ακόμα η προστασία της ανθρώπινης ύπαρξης ή όχι. Είναι ένα μεγάλο στοίχημα. Αν το χάσουμε, δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να συνεχίσουμε. Βέβαια το ιδιο είχανε πει και με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης την μαυρη εποχή του ναζισμού. Οτι δηλαδή δεν υπάρχει πιο δύσκολο και πιο άσχημο πράγμα και τελικά μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα μετά, βλέπουμε κάτι πολύ δύσκολο να υπάρχει ακόμα.

Αυτό που πάντα με σώζει είναι όταν σκέφτομαι τον Τίτο Πατρίκιο ο οποίος πήγε εξόριστος στον Γιάννη Ρίτσο και του είπε σταματώ να γράφω ποιήματα διότι δεν μπορούμε να γράφουμε ποιήματα σε έναν τόσο καταστραμμένο περίγυρο και ο Ρίτσος, που είναι πολλές φορές για μένα ένα πρότυπο, του είπε ότι αν δεν φέρεις αύριο ένα άλλο ποίημα να μην ξανάρθεις να μου μιλήσεις ποτέ.
Τα «Ερωτήματα», το προηγούμενο μου βιβλίο, είμαι σίγουρος ότι είχαν πάρα πολλά στοιχεία έμπνευσμένα από την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Το βιβλίο μου «Αναστοχασμός», ίσως και να φανεί παράξενο όπως το λέω, έχει πολλά στοιχεία από τα όψιμα έργα του Οδυσσέα Ελύτη. Δίδασκα την εποχή της συγγραφής του βιβλίου αυτού, τον Μικρό Ναυτίλο του Οδυσσέα Ελύτη που είναι ένα είδος απολογισμού της ζωής του. Θα τελειώσω λέγοντας ότι ο όρος αναστοχασμός, ο τίτλος δηλαδή του βιβλίου μου, δεν μεταφράζεται εύκολα στα γαλλικά. Δεν έχουμε βρει την ακριβή μετάφραση για μία πιθανή έκδοση στη γαλλική γλώσσα. Μία μαθήτριά μου γαλλίδα, μού είπε ότι η λέξη αναστοχασμός είναι πάρα πολύ ωραία ως τίτλος γιατί βασικά έχει και την έννοια του στόχου, είναι απολογισμός στραμμένος προς το μέλλον. Για αυτό προσπάθησα να γράψω αυτό το βιβλίο.
Κλείνοντας την όμορφη συζήτησή μας, θα ήθελα να μου πείτε ποια εικόνα – αποσπάσματα του «Αναστοχασμού» θα προτείνατε εσείς ως αναγνώστης.
Δεν θα αποκαλύψω το μυστικό αλλά θα πώ ότι μέσα στο βιβλίο υπάρχει ένα γράμμα. Πιστεύω ότι το γράμμα αυτό είναι το κλειδί του βιβλίου. Επίσης υπάρχει και ένα απόσπασμα από ένα ποίημα που δεν το έγραψα έγω και ο συγγραφέας του αναφέρεται στις ευχαριστίες. Tο γράμμα και το ποίημα, είναι τα κλειδιά του βιβλίου. Θα προσθέσω εδώ κι ένα άλλο σημείο πολύ προσωπικό μέσα στο βιβλίο. Είναι μια στιγμή όπου ο ήρωας βρίσκεται στον δρόμο όλη τη νύχτα και ένα όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη. Η αποφυγή της μετατροπής του ονείρου σε εφιάλτη είναι αυτό που θέλω να αγκαλιάσει και να κρατήσει ο αναγνώστης μέσα από το βιβλίο αυτό.
