Στην εύφορη κοιλάδα του Αλφειού, η Αρχαία Ολυμπία αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ιερούς τόπους του αρχαίου ελληνικού κόσμου.
Στην καρδιά της, η Ιερή Άλτη, με τα επιβλητικά κτίσματα, όπως ο Ναός του Δία, ο θόλος του Φιλίππου Β, αλλά και πλήθος αφιερωμάτων, βωμών και μνημείων μαρτυρούν τη θρησκευτική και πολιτική ακτινοβολία του χώρου.
Η Αρχαία Ολυμπία συνδέθηκε άρρηκτα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια προς τιμήν του Δία, προσελκύοντας αθλητές και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα.
Σήμερα, η Αρχαία Ολυμπία εξακολουθεί να αποτελεί παγκόσμιο σύμβολο πολιτισμού και ειρήνης, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη των Αγώνων και εμπνέοντας το σύγχρονο Ολυμπιακό ιδεώδες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μέσα στην Ιερή Άλτη βρίσκονται μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία της αρχαιότητας:
Πελόπιο (ο τάφος του βασιλιά Πέλοπα), Ναός του Διός, Ηραίο (ναός της θεάς Ήρας), Μητρώο ( ναός προς τιμήν της θεάς Ρέας), Στάδιο (ο χώρος όπου οι αθλητές αγωνίζονταν), Βουλευτήριο (τόπος συνάντησης της Ολυμπιακής Βουλής και των αθλητών), Πρυτανείο (έδρα των Ηλείων αξιωματούχων που διοικούσαν το Ιερό του Διός), Γυμνάσιο (προπονητικό κέντρο για τους αθλητές που προετοιμάζονταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες), Παλαίστρα (χώρος προπόνησης στα βαρέα αγωνίσματα, την πάλη, τη πυγμαχία και το παγκράτιο), Στοά της Ηχούς (το κτίσμα παρείχε σκιά και άνεση στους επισκέπτες. Το όνομα του κτιρίου προέρχεται από τις αξιοσημείωτες ακουστικές του ιδιότητες), Λεωνιδαίο (ξενώνας για διακεκριμένους επισκέπτες στην Ολυμπία), Ιερό της Δήμητρας Χαμύνης (λατρευτικός ναός χθόνιας θεάς. Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάποιοι πίστευαν ότι το όνομα ήταν παλιό και σήμαινε ότι η γη άνοιγε για να περάσει το άρμα του Άδη και μετά έκλεινε ξανά), Νυμφαίο (Μνημειώδης κρήνη προσφορά του Ηρώδη του Αττικού), Εργαστήριο του Φειδία (), Φιλιππείο ( αφιερωματικός θόλος στον Δία, από τον βασιλιά Φίλιππο Β’ τον Μακεδόνα, τον οποίο ολοκλήρωσε ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδόνας), Ιππόδρομος, Θέρμες του Κρονίου, Θέρμες του Κλάδεου, Θέρμες Λεωνιδαίου, Νότιες Θέρμες Ολυμπίας, Θεηκολεών (έδρα των ιερέων της Ολυμπίας), Νότια Στοά Πύλη, Θησαυροί (σύνολο μικρών αφιερωματικών κτισμάτων)
Ο ναός του Διός
Ο επιβλητικός Ναός του Διός αποτελούσε το σπουδαιότερο οικοδόμημα της ιερής Άλτεως στην Ολυμπία και καταλάμβανε κεντρική θέση στον χώρο. Ήταν ο μεγαλύτερος ναός της Πελοποννήσου και θεωρείται πρότυπο αρχιτεκτονικής αρτιότητας, καθώς αποδίδει με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο τις αρχές και την τελειότητα του δωρικού ρυθμού.
Δημιούργημα του Ηλείου αρχιτέκτονα Λίβωνα, ανεγέρθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ., στην κορύφωση της κλασικής εποχής του ελληνικού πολιτισμού.
Το πρώτο ισχυρό πλήγμα που συνέβαλε προς την κατάρρευση του ναού, ήταν η πυρπόληση κατ’ εντολή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β’, το 426 μ.Χ., ενώ το 551-552 μ.Χ. οι ισχυροί σεισμοί ισοπέδωσαν το κτίσμα.

[10.2] ἐποιήθη δὲ ὁ ναὸς καὶ τὸ ἄγαλμα τῷ Διὶ ἀπὸ λαφύρων, ἡνίκα Πίσαν οἱ Ἠλεῖοι καὶ ὅσον τῶν περιοίκων ἄλλο συναπέστη Πισαίοις πολέμῳ καθεῖλον. Φειδίαν δὲ τὸν ἐργασάμενον τὸ ἄγαλμα εἶναι καὶ ἐπίγραμμά ἐστιν ἐς μαρτυρίαν ὑπὸ τοῦ Διὸς γεγραμμένον τοῖς ποσί:Φειδίας Χαρμίδου υἱὸς Ἀθηναῖός μ’ ἐποίησε – Παυσανίας, “Ελλάδος περιήγησις/Ηλιακών Α“

Αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού
Οι επιβλητικές του διαστάσεις, ο πλούσιος γλυπτός διάκοσμος και η αρμονία του δωρικού ρυθμού προσέδιδαν στο οικοδόμημα αίσθηση ισχύος και μεγαλείου, εντυπωσιάζοντας βαθιά τους ανθρώπους της αρχαιότητας αλλά και τους επισκέπτες μέχρι σήμερα.
Σύμφωνα με το ΥΠΠΟ, “ο ναός ήταν περίπτερος με έξι κίονες στις στενές και δεκατρείς στις μακρές πλευρές. Το ύψος των κιόνων ήταν 10,43 μ. και η κατώτερη διάμετρός τους 2,25 μ. Οι κίονες και οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από ντόπιο κογχυλιάτη λίθο και καλυμμένοι με λευκό μαρμαροκονίαμα, ενώ μόνο τα γλυπτά των αετωμάτων, η κεράμωση και οι λεοντοκεφαλές-υδρορρόες ήταν από μάρμαρο. Ο ναός αποτελείται από πρόναο, σηκό και οπισθόδομο“.
Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία
Εντός του ναού υπήρχε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του μεγάλου γλύπτη Φειδία. Κατασκευασμένο το 435 π.Χ., από χρυσό και ελεφαντόδοντο πάνω σε ξύλινο σκελετό, παρίστανε τον θεό Δία καθισμένο σε θρόνο.


Με ύψος που έφτανε περίπου τα δώδεκα μέτρα, ο Δίας απεικονιζόταν καθιστός σε περίτεχνο διακοσμιμένο θρόνο, κρατώντας στο δεξί του χέρι τη θεά Νίκη, σύμβολο της νίκης και της δόξας, ενώ στο αριστερό κρατούσε ένα επιβλητικό σκήπτρο, στην κορυφή του οποίου στεκόταν ένας αετός. Το ένδυμά του ήταν πλούσια διακοσμημένο με γυάλινα άνθη και πολύτιμους λίθους, ενισχύοντας τη λαμπρότητα της μορφής.
Το άγαλμα– η τύχη του οποίου θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια- συγκαταλέγεται σε ένα από τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου.

Τα αετώματα του ναού – Όταν το μάρμαρο αφηγείται μύθους και αξίες
Ο ναός του Δία εντυπωσιάζει και για τον μοναδικό περίτεχνο γλυπτό διάκοσμο που κοσμούσε το αετώματά του. Αν και το μνημείο έχει υποστεί τις ολοκληρωτικές φθορές του χρόνου, τα γλυπτά που διασώθηκαν αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες της υψηλής τέχνης του 5ου αιώνα π.Χ. και της ιδεολογίας που χαρακτήριζε το σημαντικότερο ιερό του ελληνικού κόσμου.
Ο γλυπτικός μαρμάρινος διάκοσμος στη ζωοφόρο του ναού αποτελείται από 3 θεματικές:
- Η αρματοδρομία Πέλοπα και Οινόμαου (ανατολικό αέτωμα ναού)

Ο ποιητής Πίνδαρος στο Ὀλυμπιονίκαις εξιστορεί το επίτευγμα του Πέλοπα, να καταφέρει να νικήσει τον βασιλιά της Πίσας, Οινόμαο, στην αρματοδρομία και να παντρευτεί την κόρη του, Ιπποδάμεια.
Στο κέντρο του αετώματος δεσπόζει ο Δίας, ενώ εκατέρωθεν του Δία στέκονται οι συμμετέχοντες στην αρματοδρομία Πέλοπας και Οινόμαος. Δίπλα από τον Πέλοπα βρίσκεται η Ιπποδάμεια και δίπλα από τον Οινόμαο, η σύζυγός του Στερόπη. Τον διάκοσμο συμπληρώνουν τα άρματα με τους ίππους, ο ηνίοχος Μυρτίλος, υπηρέτες αλλά και οι μάντεις Κλυτίος και Ίαμος.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η στάση του σώματος και η έκφραση του προσώπου του μάντη Ίαμου ,καθώς η έκβαση της αρματοδρομίας έχει ήδη ορισθεί από τη μοίρα. Ο Οινόμαος σκοτώνεται, όπως έλεγε ο χρησμός που είχε λάβει, σύμφωνα με τον οποίο ο βασιλιάς της Πίσας θα πέθαινε από τον γαμπρό του. Εξού και ο Οινόμαος προκαλούσε τους επίδοξους μνηστήρες της Ιπποδάμειας σε αρματοδρομία, την οποία όμως δε μπορούσαν να κερδίσουν, καθώς ο βασιλιάς ως γιος του θεού Άρη διέθετε θεϊκά άλογα.
Ο Πέλοπας θα πετύχει τη νίκη με σαμποτάζ στο άρμα του Οινομαου, καθώς ο ηνίοχος του βασιλιά, Μυρτίλος, αντικατέστησε τις σιδερένιες σφήνες στις ρόδες του άρματος, με κέρινες.
Ωστόσο ο τρόμος στο πρόσωπο του μάντη εικάζεται ότι δεν περιορίζεται μόνο στο τέλος του Οινομαου αλλά και στην κατάρα που θα ακολουθήσει τη γενιά του Πέλοπα.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Πέλοπας σκότωσε τον ηνίοχο Μυρτίλο, ο οποίος πριν ξεψυχήσει καταράστηκε τον ίδιο και τη γενιά των Πελοπιδών. Μεταξύ των παιδιών που απέκτησαν ο Πέλοπας και η Ιπποδάμεια ήταν ο Ατρέας ( γιοι Αγαμέμνονας και Μενέλαος, η κατάρα των Ατρειδών) και ο Θυέστης (θυέστειο δείπνο).
- Η μάχη Λαπίθων και Κενταύρων στο γάμο του Πειρίθου (δυτικό αέτωμα ναού)
Το δυτικό αέτωμα του ναού του Διός αποδίδει με εξαιρετική δραματικότητα και δυναμική τη μάχη Λαπιθών και Κενταύρων, στη γαμήλια τελετή του Πειρίθου, όπου οι Κένταυροι, παρασυρμένοι από τη μέθη, επιχείρησαν να αρπάξουν τις γυναίκες των Λαπιθών, προκαλώντας βίαιη σύγκρουση.
Ο ποιητής Όμηρος στη ραψωδία φ της Οδύσσειας κάνει αναφορά για την ύβρις των Κενταύρων, την οποία δεν ανέχθηκε ο βασιλιάς των Λαπιθών, Πειρίθοος.

ἐξ οὗ Κενταύροισι κακὰ φρονέοντες ἔμιξαν
Πειρίθοον κατὰ δώματ᾽· ὁ δ᾽ οὐκ ἀνέχοντο βίηφιν, Όμηρος – Οδύσσεια, ραψωδία φ στχ. 295-304
Η σύνθεση στο δυτικό αέτωμα αποτελείται από μαρμάρινα συμπλέγματα μάχης, ενώ στο κέντρο δεσπόζει ο θεός Απόλλων, έχοντας δίπλα του, τον Πειρίθους. Ο Παυσανίας κατά την περιγραφή του, μας δίνει πληροφορίες όχι για όλες τις μορφές που απεικονίζονται αλλά επικεντρώνεται περισσότερο στους πρωταγωνιστές της σκληρής μάχης: στον Πειρίθοο που στέκει δίπλα στον Απόλλωνα, στον Κένταυρο Ευρυτρίων που προσπαθεί να αρπάξει τη νύφη Διηδάμεια και η οποία τον απωθεί με τα χέρια της, στον ήρωα Καινεύς των Λαπιθών που μάχεται, στην αρπαγή ενός νεαρού “παις” από Κένταυρο, στον Θησέα που επιτίθεται με πέλεκυ εναντίον των Κενταύρων και σε μία παρθένο γυναίκα που αρπάζει ένας Κένταυρος.
Κατά τους αναλυτές οι γυναικείες μορφές που βρίσκονται στις δύο άκρες του αετώματος είναι νύμφες του δάσους ή μητέρες των Κενταύρων ή υπηρέτριες.

- 12 Άθλοι του Ηρακλή (12 μετώπες, 6 στον πρόναο και 6 στον πίσω τοίχο του οπισθόδομου)
Ο πρόναος και ο οπισθόδομος του ναού του Διός έφερε γλυπτικό διάκοσμο, μετώπες, εμπνευσμένες από τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή.

Στη δυτική πλευρά εικονίζονται οι άθλοι με τον λέοντα της Νεμέας, τη Λερναία Ύδρα, τις Στυμφαλίδες Όρνιθες, τον Κνώσιο Ταύρο, την Κερυνίτιδα Έλαφο και την Αμαζόνα, ενώ στην ανατολική οι άθλοι με τον Ερυμάνθιο Κάπρο, τα Αλογα του Διομήδη, τον Γηρυόνη, τον Άτλαντα και τα Μήλα των Εσπερίδων, τον Κέρβερο και τους Σταύλους του Αυγεία.
[10.9] ἔστι δὲ ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ Ἡρακλέους τὰ πολλὰ τῶν ἔργων. ὑπὲρ μὲν τοῦ ναοῦ πεποίηται τῶν θυρῶν ἡ ἐξ Ἀρκαδίας ἄγρα τοῦ ὑὸς καὶ τὰ πρὸς Διομήδην τὸν Θρᾷκα καὶ ἐν Ἐρυθείᾳ πρὸς Γηρυόνην, καὶ Ἄτλαντός τε τὸ φόρημα ἐκδέχεσθαι μέλλων καὶ τῆς κόπρου καθαίρων τὴν γῆν ἐστιν Ἠλείοις: ὑπὲρ δὲ τοῦ ὀπισθοδόμου τῶν θυρῶν [ὁ] τοῦ ζωστῆρος τὴν Ἀμαζόνα ἐστὶν ἀφαιρούμενος καὶ τὰ ἐς τὴν ἔλαφον καὶ τὸν ἐν Κνωσσῷ ταῦρον καὶ ὄρνιθας τὰς ἐπὶ Στυμφήλῳ καὶ ἐς ὕδραν τε καὶ τὸν ἐν τῇ γῇ τῇ Ἀργείᾳ λέοντα. [10.10] τὰς θύρας δὲ ἐσιόντι τὰς χαλκᾶς, ἔστιν ἐν δεξιᾷ πρὸ τοῦ κίονος Ἴφιτος ὑπὸ γυναικὸς στεφανούμενος Ἐκεχειρίας, ὡς τὸ ἐλεγεῖον τὸ ἐπ’ αὐτοῖς φησιν. ἑστήκασι δὲ καὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ κίονες, καὶ στοαί τε ἔνδον ὑπερῷοι καὶ πρόσοδος δι’ αὐτῶν ἐπὶ τὸ ἄγαλμά ἐστι. πεποίηται δὲ καὶ ἄνοδος ἐπὶ τὸν ὄροφον σκολιά – Παυσανίας, “Ελλάδος περιήγησις/Ηλιακών Α“

Η μορφή του Ηρακλή συνδέεται στενά με την απαρχή των Ολυμπιακών Αγώνων, καθώς, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, θεωρείται ιδρυτής τους προς τιμήν του Δία. Ο ήρωας φέρεται να όρισε τον ιερό χώρο της Ολυμπίας, να καθιέρωσε το μήκος του σταδίου και να θέσπισε τον κότινο ως έπαθλο για τους νικητές.
«ἄξιον Ἡρακλέους μεμνῆσθαι… ὅτι τὸν ἀγῶνα πρῶτος συνήγειρε», Λυσίας – Ολυμπιακός
«Ὁ δ᾽ Ἡρακλῆς, ἐπὶ τῇ νίκῃ τῇ κατὰ τοῦ Αὐγεία, τοὺς ἀγῶνας τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἐποίησε, τιμῶν τὸν Δία.», Διόδωρος Σικελιώτης – Βιβλιοθήκη Ἱστορική
Να σημειωθεί ότι 24 κομμάτια από τις μετώπες εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου, τα οποία “ταξίδεψαν” Γάλλοι αρχαιολόγοι μετά τις ανασκαφές στην περιοχή το 1829.
( * Να σημειωθεί ότι απαγορεύεται από το μουσείο η φωτογράφιση των αετωμάτων)
Το αρχαίο Στάδιο
Το Στάδιο παραμένει έως σήμερα ένας από τους πιο εμβληματικούς χώρους του αρχαίου ελληνικού κόσμου, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων. Το στάδιο εντυπωσιάζει με την απλότητά του: ένας επιμήκης χώρος γης, με φυσικές πλαγιές για θεατές και λίθινες γραμμές εκκίνησης που μαρτυρούν την οργάνωση και την ακρίβεια των αγώνων.
Το αρχικό στάδιο της Ολυμπίας (Στάδιο Ι) δημιουργήθηκε στα αρχαϊκά χρόνια. Με την αυξανόμενη φήμη των Αγώνων, κατασκευάστηκε το Στάδιο ΙΙ, μετατοπίζοντας τον στίβο προς τα ανατολικά. Η τελική μορφή του, γνωστή ως Στάδιο ΙΙΙ, διαμορφώθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ., όταν μετακινήθηκε ακόμη πιο ανατολικά και βόρεια και περιβλήθηκε από αναχώματα για τους θεατές. Η απομάκρυνσή του από την Άλτη, που ενισχύθηκε αργότερα με την αίθουσα της Ηχούς, δείχνει τη μετάβαση των Αγώνων από θρησκευτική τελετή σε σημαντικό αθλητικό και κοινωνικό γεγονός.
Εδώ, κάθε τέσσερα χρόνια, αθλητές από όλη την Ελλάδα συγκεντρώνονταν για να διαγωνιστούν προς τιμήν του Δία, σε αγωνίσματα που ανέδειξαν την αξία της σωματικής δύναμης, της πειθαρχίας και της ευγενούς άμιλλας. Ο δρόμος, η πάλη, το πένταθλο και οι αρματοδρομίες αποτέλεσαν τον πυρήνα των Αγώνων, οι οποίοι εξελίχθηκαν σε θεσμό πανελλήνιας εμβέλειας, συμβάλλοντας στην ενότητα των πόλεων-κρατών.


Από τον Κόροιβο της Ήλιδας, τον πρώτο καταγεγραμμένο νικητή των Ολυμπιακών Αγώνων, μέχρι τον θρυλικό Μίλωνα τον Κροτωνιάτη και τον ένδοξο Διαγόρα τον Ρόδιο, οι Ολυμπιονίκες της αρχαιότητας αποτέλεσαν σύμβολα δύναμης, αρετής και δόξας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει και η Κυνίσκα από τη Σπάρτη, η πρώτη γυναίκα που κατέκτησε Ολυμπιακή νίκη, αποδεικνύοντας ότι η φήμη των Αγώνων ξεπερνούσε τα όρια της εποχής της.
Οι νικητές δεν κέρδιζαν υλικά πλούτη, αλλά κάτι ανώτερο: το στεφάνι αγριελιάς και την αιώνια αναγνώριση. Οι πόλεις τους τούς τιμούσαν σαν ήρωες, στήνοντας αγάλματα και χαρίζοντάς τους προνόμια.
«Βασιλέων θυγάτηρ, Κυνίσκα ὀνόματι,
ἵπποις ὠκυπόδεσσιν ἐν Ὀλυμπίᾳ νίκην ἔθηκα·
καὶ μόνη τῶν γυναικῶν Ἑλλάδος
τόνδε στέφανον ἔλαβον.» Παυσανίας – Ελλάδος Περιήγησις (6.1.6)
Φιλίππειον – Ο αφιερωματικός θόλος των Μακεδόνων Βασιλιάδων Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλεξάνδρου
Στον αρχαιολογικό χώρο της Ιερής Άλτης δεσπόζει ένα μοναδικό οικοδόμημα: Το Φιλίππειον, ο αφιερωματικός θόλος του Μακεδόνα Βασιλιά Φίλιππου Β’.
Το κυκλικό αυτό οικοδόμημα ανεγέρθηκε μετά τη νίκη του Φιλίππου στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ., ένα γεγονός που σηματοδότησε την κυριαρχία της Μακεδονίας στον ελληνικό κόσμο. Με την κατασκευή του μέσα στον ιερό χώρο της Ολυμπίας, ο Μακεδόνας βασιλιάς επιδίωξε όχι μόνο να τιμήσει τους θεούς, αλλά και να προβάλει τη δυναστεία του σε πανελλήνιο επίπεδο.

Το Φιλίππειον ξεχωρίζει για τη μορφή του: ένα κομψό, κυκλικό οικοδόμημα με ιωνικούς κίονες εξωτερικά και κορινθιακούς στο εσωτερικό, κατασκευασμένο από εκλεκτά υλικά όπως το μάρμαρο.

Στο εσωτερικό του φιλοξενούνταν χρυσελεφάντινα αγάλματα του Φιλίππου Β’, του γιου του Μεγάλου Αλέξανδρου, καθώς και άλλων μελών της βασιλικής οικογένειας, φιλοτεχνημένα από τον γλύπτη Λεωχάρη, δημιουργώντας ένα είδος «ηρώου» που συνέδεε την πολιτική εξουσία με τη θεϊκή εύνοια.
«Φιλίππειον δέ ἐστιν ἐν τῇ Ἄλτει κύκλῳ πεποιημένον·
ἐν δὲ αὐτῷ Φιλίππου καὶ Ἀλεξάνδρου εἰκόνες,
καὶ Ἀμύντου καὶ Ὀλυμπιάδος…αἱ δὲ εἰκόνες ἐλέφαντός τε καὶ χρυσοῦ πεποιημέναι,
Λεωχάρους ἔργα…», Παυσανίας – Ελλάδος Περιήγησις 5.20.9–10


Η Νίκη του Παιωνίου και ο Ερμής του Πραξιτέλους στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας
Ο Ερμής του Πραξιτέλους
Στην καρδιά του Αρχαιολογικού Μουσείου της Ολυμπίας, εκεί όπου η ιστορία της αρχαίας Ελλάδας αναπνέει μέσα από το μάρμαρο, στέκει ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της παγκόσμιας τέχνης: ο περίφημος Ερμής του Πραξιτέλους.

Η μοναδική αυτή σύνθεση από παριανό μάρμαρο ανήκει στον σπουδαίο γλύπτη Πραξιτέλη και χρονολογείται στο 330 π.Χ. Ανακαλύφθηκε το 1877 στα ερείπια του Ναού της Ήρας στην Ολυμπία από Γερμανούς αρχαιολόγους, επιβεβαιώνοντας τις αρχαίες πηγές που μιλούσαν για την ύπαρξή του στον χώρο.
Ο θεός Ερμής απεικονίζεται να κρατά με το ένα του χέρι αγκαλιά, τον μικρό θεό Διόνυσο, τον οποίο μεταφέρει για να τον προστατεύσει και να τον παραδώσει στις Νύμφες της Θήβας. Στο άλλο του χέρι, το οποίο βρίσκεται σε έκταση, κρατά ένα τσαμπί σταφύλια – τα οποία δεν σώθηκαν – ένα από τα σύμβολα του θεού του κρασιού.


Το άγαλμα αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα του λεγόμενου «πραξιτελείου ύφους»: απαλές, φυσικές γραμμές, ιδανική ισορροπία σώματος και κίνησης, έκφραση γαλήνης και εσωτερικότητας, το περίφημο S-curve του σώματος (χαλαρή, φυσική στάση).
Ο Ερμής δεν παρουσιάζεται ως απόμακρος θεός, αλλά ως μια ανθρώπινη, σχεδόν οικεία μορφή, φέρνοντας την τέχνη πιο κοντά στο συναίσθημα.
Η φτερωτή Νίκη του Παιωνίου
Στην Αρχαία Ολυμπία, εκεί όπου η δόξα των αγώνων συναντούσε τη δύναμη της πολιτικής και της τέχνης, ένα άγαλμα συνεχίζει να ξεχωρίζει για τη ζωντάνια και τον συμβολισμό του: Η Νίκη του Παιωνίου.
Το άγαλμα δεν αποτελεί απλώς μια απεικόνιση της θεάς της Νίκης· είναι η αποτύπωση μιας ιστορικής στιγμής, ενός θριάμβου που μετατράπηκε σε αιώνιο μήνυμα μέσα από το μάρμαρο.
Δημιουργημένη γύρω στο 425 π.Χ. από τον γλύπτη Παιώνιο Μενδαίο (από τη Μένδη Χαλκιδικής), η θεά Νίκη στήθηκε σε περίοπτη θέση κοντά στον ναό του Δία, ως αφιέρωμα που τιμούσε τη νίκη των Μεσσηνίων και των συμμάχων τους απέναντι στη Σπάρτη. Δεν επρόκειτο για μια απλή καλλιτεχνική προσφορά, αλλά για μια ξεκάθαρη πολιτική δήλωση: η επιτυχία στο πεδίο της μάχης έπρεπε να γίνει ορατή, να αποκτήσει μορφή και διάρκεια στον χρόνο.

Αυτό που καθιστά το έργο μοναδικό είναι η αίσθηση της κίνησης που αποπνέει. Η θεά εικονίζεται τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουράνιο Όλυμπο, με το σώμα να γέρνει ελαφρά προς τα εμπρός και το ένδυμα να κολλά πάνω της, σαν να το παρασύρει ο άνεμος. Η απόδοση της πτυχώσεως δημιουργεί την εντύπωση ότι το άγαλμα δεν είναι στατικό, αλλά ότι βρίσκεται σε μια συνεχή, σχεδόν θεατρική μετάβαση. Το μάρμαρο αποκτά ελαφρότητα, μετατρέπεται σε κίνηση και ανάσα.
Το δεξί πόδι της θεάς πατά πάνω σε έναν αετό, από τον οποίον διακρίνεται το κεφάλι ενώ στο χέρι της κρατά ένα ξίφος ( τα φτερά του αετού, το ξίφος με τα χέρια της θεάς και το πρόσωπό της δεν έχουν διασωθεί).
Η Ποππαία Σαβίνα
Η Ποππαία Σαβίνα, δεύτερη σύζυγος του Ρωμαίου αυτοκράτορα Νέρωνα, έμεινε στην ιστορία για την ομορφιά, τη φιλοδοξία και τη μυστηριώδη ζωή της.


Το τέλος της υπήρξε τραγικό και τυλιγμένο στον μύθο: σύμφωνα με την παράδοση, πέθανε έπειτα από βίαιο επεισόδιο με τον ίδιο τον Νέρωνα, ενώ ήταν έγκυος.
Το άγαλμα που της αποδίδεται και εκτίθεται στο Μουσείο Αρχαίας Ολυμπίας αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα ρωμαϊκής προσωπογραφίας. Ξεχωρίζει για την προσεγμένη απόδοση των μαλλιών σε κυματιστές μπούκλες και για την ήρεμη, σχεδόν απόμακρη έκφραση.
Ένα μικρό δείγμα από τα περίτεχνα χάλκινα εκθέματα του μουσείου








Αρχαιολογικό Μουσείο & Αρχαιολογικός Χώρος
ΩρΑριο ΛειτουργΙας
Αρχαία Ολυμπία
Τ.Κ. 27065
ΘεριΝΗ ΠερΙοδος (ΑπρΙλιος – ΟκτΩβριος) ΚαθημερινΑ, 8:00 – 20:00
ΧειμερινΗ ΠερΙοδος (ΝοΕμβριος – ΜΑρτιος): ΚαθημερινΑ, 8:30 – 15:30
Πηγές: Αρχαιολογικό Μουσείο Αρχαίας Ολυμπίας, National Geographic, Π. Κλεάνθη “Το εικονογραφικό πρόγραμμα του γλυπτού διάκοσμου του ναού του Δία στην Ολυμπία”, Πίνδαρος “Ολυμπιονίκαις”, Παυσανίας “Ηλιακά Α”, Gregory Nagy Harvard, ΥΠΠΟ, Ε.Γούναρη Τα εκμαγεία από τα αετωματικά γλυπτά του ναού του Διός στην Ολυμπία