Κάνε κλικ και δες περισσότερο thesnewsline.com στην αναζήτηση της Google
Έξι αιώνες εμπορικής ιστορίας στο κέντρο της πόλης – από την οθωμανική αγορά και τα 113 καταστήματα πριν από την πυρκαγιά του 1917, μέχρι τη σημερινή εικόνα μιας αγοράς που συνεχίζει να λειτουργεί
Περπατώντας επί της οδού Βενιζέλου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στις 2 κάθετες οδούς Παπαδοπούλου και Σολωμού, υπάρχει ένα κτίσμα που μοιάζει να έχει σταματήσει τον χρόνο: Το Μπεζεστένι.
Δεν είναι ένα μνημείο που απλώς το κοιτάς και συνεχίζεις τον δρόμο σου. Το Μπεζεστένι ανοίγει ακόμη τις πόρτες του, φιλοξενεί εμπορική δραστηριότητα και κρατά ζωντανή μια λειτουργία που έχει τις ρίζες της εκατοντάδες χρόνια πίσω.

Πίσω από τους τοίχους του βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της Θεσσαλονίκης. Μια ιστορία που περιλαμβάνει πολιτισμό, αρχιτεκτονική, αλλαγών στην πόλη και ανθρώπους που πέρασαν από εδώ για να αγοράσουν, να πουλήσουν και να ταξιδέψουν σε άλλες μακρινές χώρες.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το Μπεζεστένι διαφορετικό: είναι ένα ιστορικό κτίριο της Θεσσαλονίκης. που εξακολουθεί (ή τουλαχίστον προσπαθεί) να διατηρήσει τον ίδιο χαρακτήρα, της αγοράς.


Εκεί όπου χτυπούσε η εμπορική καρδιά της πόλης
Η ιστορία του Μπεζεστενίου πηγαίνει πίσω στους πρώτους αιώνες της οθωμανικής περιόδου της πόλης. Η χρονολόγηση του κτιρίου, σύμφωνα με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, τοποθετείται πιθανότατα στα χρόνια του σουλτάνου Μεχμέτ Β΄, μεταξύ 1455 και 1459. Οι ιστορικοί Α. Βακαλόπουλος και Β. Δημητριάδης τοποθετούν την ανέγερση του κτίσματος στα χρόνια του Βαγιαζίτ του Β’ (1481-1512).
Η ονομασία «μπεζεστένι» προέρχεται από την τουρκική λέξη bez, δηλαδή λινό ή βαμβακερό πανί, ύφασμα. Πρόκειται για έναν τύπο στεγασμένης αγοράς που συνδεόταν κυρίως με την εμπορία υφασμάτων και άλλων πολύτιμων αγαθών.

Το μπεζεστένι όμως δεν ήταν μια συνηθισμένη εμπορική στοά.
Ήταν ένας οργανωμένος πυρήνας πλούσιας οικονομικής δραστηριότητας, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε στα βάθη των αιώνιων της, σημαντικό εμπορικό κέντρο.

Έξι θόλοι και ένας σκεπαστός κόσμος αρωμάτων και πλούτου
Το κτίριο είναι ορθογώνιο με έξι θόλους και διαθέτει τέσσερις εισόδους. Στο εσωτερικό του αναπτύσσονται επιμέρους χώροι, ενώ δύο κεντρικοί πεσσοί και τα τόξα που τους συνδέουν στηρίζουν τους θόλους. Οι θόλοι, καλυμμένοι με φύλλα μολύβδου, αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία της κατασκευής.
Η εικόνα της περιοχής και η λειτουργία του χώρου πριν από τόσα χρόνια δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτή σήμερα. Ωστόσο το Μπεζεστένι δεν πέρασε απαρατήρητο. Μαρτυρίες φέρνουν στο τώρα τις εικόνες μιας άλλης εποχής.

Ο Γάλλος Ιησουίτης Jean-Baptiste Souciet, ο οποίος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1734, περιέγραψε την πόλη και το Μπεζεστένι. Η μαρτυρία του δημοσιεύθηκε αργότερα στη συλλογή του Louis-Aimé Martin, “Lettres édifiantes et curieuses concernant l’Asie, l’Afrique et l’Amérique“. Στη συλλογή αυτή ανήκει το παρακάτω απόσπασμα:


«Στήν κάτω πόλη οί δρόμοι ήταν κακοστρωμένοι καί άκάθαρτοι, ενώ
στό κέντρο της, όπου βρίσκονταν οί άγορές, ήταν στεγασμένοι μέ σανίδες,
έτσι πού γίνονταν σκοτεινοί, άλλά κρατούσαν δροσιά τό καλοκαίρι. Στήν
ίδια περιοχή υπήρχε καί τό σωζόμενο ώς σήμερα μπεζεστένι τής Θεσσαλονίκης,
δηλαδή ενα γεροφτιαγμένο οικοδόμημα μέ μαγαζιά στό εσωτερικό
του, πού τό στέγαζαν εξη μικροί θόλοι, σέ δύο σειρές, πού υποβαστάζονταν
άπό άνάλογες παραστάδες. Τά μαγαζιά αύτά, πού είχαν ένοίκιο
7-8 άσπρα τόν χρόνο, τά νοίκιαζαν έμποροι υφασμάτων».(Πηγή: Περιοδικόν Σύγγραμμα “Μακεδονικά” της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Άρτεμη Ξανθοπούλου-Κυριακού)

Στο “Πολιτισμός και Χώρος στα Βαλκάνια 17ος – 20ος αιώνας“ από το Διεθνές Συμπόσιο του ΠΑΜΑΚ & του Τμήματος Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών (2015) αναφέρεται πως το μπεζεστένι μπορεί να ξεκίνησε ως μία αγορά υφασμάτων, ωστόσο εξελίχθηκε σε επίκεντρο αγοράς και σύμβολο ευημερίας της πόλης, καθώς εκεί πωλούνταν πολύτιμα είδη μεγάλης αξίας όπως κοσμήματα, χρυσός, ασήμι, λίρες, αρώματα, υφάσματα όπως μετάξι και μπαχάρια.
Λόγω των πολύτιμων εμπορευμάτων που υπήρχαν εντός της κλειστής αγοράς, οι πόρτες κατά τις βραδινές ώρες κλείδωναν και υπήρχαν εσωτερικοί φύλακες, οι πασβάντηδες. Μάλιστα η ασφάλεια του χώρου οδήγησε στη συχνή χρήση του ως “θυρίδα”, δηλαδή ένα μέρος για φύλαξη κοσμημάτων, σημαντικών εγγράφων αλλά και γενικά περιουσιών από άτομα που είχαν πεθάνει.

Ο περιηγητής ο Εβλιγιά Τσελεμπή (Çelebi) που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 17ου αιώνα (1688) αναφέρει για το Μπεζεστένι ότι αν κάποιος εισέρθει μέσα στην αγορά “τα χάνει” από την ευωδιά των πολύτιμων και εξωτικών μπαχαριών αλλά και από τον πλούτο:
«Υπάρχει όμως εις τήν πόλιν ταύτην θαυμάσιον λιθόκτιστον
κτήριον, μολυβδοσκεπές μέ σιδηράς θύρας καί αυτό είναι τό βεζεστένιον. Ό
είς τόν οίκο τού εμπορίου εισερχόμενος τά χάνει κυριολεκτικώς άπό τάς ευωδίας
τού μόσχου, τού άμβάρεως (άνμπέρ) καί τών άλλων άρωματωδών. Είς
τό βεζεστένιον τούτο πόσοι καί πόσοι μυθικώς πλούσιοι έμποροι, κάτοχοι τών
θησαυρών τής Αίγύπτου, μετρούν χρυσόν (λίρας) καί γρόσια, τόσον ώστε ό
κρότος τού μετρήματος προξενεί φρίκην είς τόν άνθρωπον»

Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 και ο σεισμός του 1978
Σύμφωνα με τον ιστορικό Δημητριάδη, το 1906 στο Μπεζεστένι λειτουργούσαν στο εσωτερικό του 69 μικρά καταστήματα και εξωτερικά 44. Ο αριθμός των 113 καταστημάτων παραμένει πριν τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 στη Θεσσαλονίκη, όπου το Μπεζεστένι υπέστη σοβαρές ζημιές. Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 1927, όπου προστέθηκαν επιπλέον εμπορικοί χώροι, δημιουργώντας ένα πυκνό σύμπλεγμα καταστημάτων και εργαστηρίων.
Το Μπεζεστένι χρειάστηκε να αντέξει και μία ακόμη μεγάλη δοκιμασία.
Ο σεισμός του 1978 προκάλεσε σημαντικές βλάβες στη Θεσσαλονίκη και επηρέασε και το ιστορικό κτίριο. Ακολούθησαν εργασίες στερέωσης και συντήρησης, μεταξύ άλλων κατά τις περιόδους 1982-1985 και 1993-1996.

Από την πολύβουη αγορά του χθες στη σιωπηλή αγορά του σήμερα
Σήμερα, κάτω από τους ίδιους μολυβδοσκέπαστους τρούλους, το Μπεζεστένι συνεχίζει να έχει καταστήματα και εμπορική ζωή, όμως η εικόνα έχει αλλάξει. Από τα περισσότερα από 100 καταστήματα μιας αγοράς που κάποτε αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς πυρήνες της Θεσσαλονίκης, έχουν απομείνει μικρές επιχειρήσεις, με υφάσματα, είδη ραπτικής, κοσμήματα και άλλα εμπορεύματα.
Κι όμως, υπάρχει κάτι που δεν άλλαξε. Οι πόρτες εξακολουθούν να ανοίγουν και τα καταστήματα εξακολουθούν να λειτουργούν. Το Μπεζεστένι δεν έμεινε ένα κέλυφος της ιστορίας αλλά προσπαθεί σκληρά να παραμείνει ζωντανό και να κρατήσει την παράξενη γοητεία του, τη συνύπαρξη του χθες με το σήμερα.
Πηγές: Εφορεία Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης, “Περιγραφή της Θεσσαλονίκης στα 1734 από τον
Père Jean-Baptiste Souciet” (1968)- Άρτεμη Ξανθοπούλου-Κυριακού-Σύγγραμμα “Μακεδονικά” – Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Διεθνές Συμπόσιο “Πολιτισμός και Χώρος στα Βαλκάνια 17ος – 20ος αιώνας” (2015)- Τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών – Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, “Οικονομική λειτουργία των μπεζεστενίων στην αγορά της οθωμανικής περιόδου” (1996) -Πελαγία Αστρεινίδου-Κωτσάκη – Σύγγραμμα “Μακεδονικά” – Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.