Άρθρο της Κριστίνας Μακνέα (Χημικός Μηχανικός) στο Thesnewsline.com
Στις 28 Φεβρουαρίου 2023, η Ελλάδα βίωσε ένα από τα πιο τραγικά δυστυχήματα της σύγχρονης ιστορίας της, με το σιδηροδρομικό δυστύχημα/έγκλημα στα Τέμπη να στοιχίζει τη ζωή σε 57 ανθρώπους. Ωστόσο, αυτό το γεγονός ξεπέρασε τα όρια μιας μεμονωμένης τραγωδίας. Μετεξελίχθηκε σε καταλύτη θεσμικής κρίσης, σε εστία συλλογικού τραύματος και σε αφετηρία για ένα νέο κύμα πολιτικής δυσπιστίας. Δύο χρόνια αργότερα, οι δημοσκοπήσεις της Public Issue επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν ξέχασε — και κυρίως δεν συγχώρεσε.
Αναλύοντας συγκριτικά τα ευρήματα των ετών 2023 και 2025, διαπιστώνεται ότι το δυστύχημα δημιούργησε μια σταθερή ρωγμή στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών. Η συναισθηματική ένταση που καταγράφηκε τον Μάρτιο του 2023, με την οργή να εκτινάσσεται από το 27% στο 40% μέσα σε έναν μήνα, δεν ήταν μια στιγμιαία αντίδραση, αλλά η έκφραση συσσωρευμένης αγανάκτησης απέναντι στην ατιμωρησία και τη χρόνια υποβάθμιση των δημόσιων υποδομών. Το γεγονός ότι το ποσοστό οργής παραμένει εξαιρετικά υψηλό (38%) το 2025 αποδεικνύει την ανθεκτικότητα του τραύματος, το οποίο έχει πλέον ενσωματωθεί στο πολιτικό φαντασιακό της χώρας.


Ένα από τα πλέον κρίσιμα ευρήματα αφορά την αντίληψη των πολιτών για την ιδιωτικοποίηση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Ήδη από το 2023, το 58% θεωρούσε ότι η ιδιωτικοποίηση του σιδηροδρόμου αποτέλεσε βασικό παράγοντα για το δυστύχημα. Το 2025, το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 60%, ενδεικτικό της εμβάθυνσης της πολιτικής κριτικής, όχι μόνο επί της ουσίας αλλά και ως προς τον τρόπο με τον οποίο ασκείται ο κρατικός έλεγχος στον ιδιωτικό τομέα. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η υπερκομματική φύση της δυσαρέσκειας: είτε πρόκειται για ψηφοφόρους της Αριστεράς είτε για εκείνους που απορρίπτουν κάθε ιδεολογική ταυτότητα, το αίτημα για δημόσια λογοδοσία και ασφάλεια είναι κοινό και σαφές.


Αξιοσημείωτη είναι και η διεύρυνση της απόδοσης πολιτικών ευθυνών. Ενώ το 2023 το 64% κατηγορούσε ταυτόχρονα και τα τρία μεγάλα κόμματα εξουσίας (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ), το 2025 το ποσοστό αυτό φτάνει το 70%. Η συλλογική καταδίκη του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του αντανακλά μια μορφή απονομιμοποίησης του κοινοβουλευτισμού, καθώς οι πολίτες παύουν να κάνουν διακρίσεις μεταξύ κυβερνητικών θητειών και αποδίδουν διαχρονική ευθύνη.


Η έννοια της συγκάλυψης αναδεικνύεται σε έναν από τους πλέον ανησυχητικούς πυλώνες της δημόσιας αντίληψης. Το 76% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι υπήρξε προσπάθεια συγκάλυψης, ενώ το 61% δηλώνει απόλυτη βεβαιότητα για αυτό. Πρόκειται για ποσοστά που μαρτυρούν την πλήρη διάρρηξη της εμπιστοσύνης στο κράτος δικαίου. Ενδεικτικό είναι και το εύρημα σύμφωνα με το οποίο έξι στους δέκα πολίτες ζητούν την παραίτηση του Πρωθυπουργού, μια στάση που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στην ελληνική δημοσκοπική παράδοση.

Η τεχνική αποδιάρθρωση του σιδηροδρομικού συστήματος, όπως καταγράφεται στην ανάλυση της Public Issue, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό βάθος της κρίσης. Η αποτυχία διατήρησης δημόσιου ελέγχου μετά την ιδιωτικοποίηση, η διάσπαση αρμοδιοτήτων μεταξύ ΟΣΕ και Hellenic Train, η διάλυση των υπηρεσιών, η υποστελέχωση, η πλήρης κατάρρευση των κρίσιμων συστημάτων ασφαλείας όπως η τηλεδιοίκηση και η σηματοδότηση, συνιστούν μια τεχνική εικόνα εγκατάλειψης. Η έλλειψη ψηφιακής τεχνολογίας, η συνέχιση χειροκίνητων διαδικασιών και η καθυστέρηση συμμόρφωσης με ευρωπαϊκές οδηγίες (όπως η 2016/798) επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα λειτουργούσε με όρους του περασμένου αιώνα.
Η σύνθεση πολιτικής και τεχνικής ανάλυσης καθίσταται κρίσιμη για την εξαγωγή ουσιαστικών συμπερασμάτων. Χωρίς τεχνική ακρίβεια, η πολιτική ευθύνη παραμένει ασαφής. Αντίστοιχα, χωρίς πολιτική ερμηνεία, η τεχνική αποτυχία δεν καταλήγει ποτέ σε λογοδοσία. Το δυστύχημα των Τεμπών ήταν το αποτέλεσμα μιας συστημικής αποτυχίας — θεσμικής, τεχνικής και πολιτικής. Οι δημοσκοπήσεις της περιόδου 2023–2025 λειτουργούν ως ένας καθρέφτης: όχι μόνο της κοινής γνώμης, αλλά και των πληγών ενός κοινωνικού σώματος που επιμένει να διεκδικεί δικαιοσύνη.
Η ελληνική κοινωνία δεν γύρισε σελίδα. Το τραύμα παραμένει ενεργό, όχι μόνο ως μνήμη αλλά ως διεκδίκηση για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και την ανάγκη για μια νέα, διαφανή και αξιόπιστη πολιτεία.
( Η δρ. Κριστίνα Μακνέα είναι διπλωματούχος Χημικός Μηχανικός της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ., υποψήφια Διδάκτωρ στην Αστική Γεωργία με έμφαση στην Αρχιτεκτονική Τοπίου και τον Βιοκλιματικό Σχεδιασμό, καθώς και κάτοχος δύο μεταπτυχιακών στον Περιβαλλοντικό Σχεδιασμό και την Αρχιτεκτονική Τοπίου. Εκλεγμένη στην Κεντρική Αντιπροσωπεία ΤΕΕ και στο ΔΣ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Διπλωματουχων Μηχανικών Δημοσίου – ΕΜΔΥΔΑΣ).