Κάνε κλικ και δες περισσότερο thesnewsline.com στην αναζήτηση της Google
Ήταν ένα συνηθισμένο ακτοπλοϊκό ταξίδι προς τα νησιά. Μέχρι τη στιγμή που, μέσα στη νύχτα, το «Εξπρές Σάμινα» χτύπησε στις βραχονησίδες Πόρτες της Πάρου. Είκοσι έξι χρόνια μετά, το ναυάγιο παραμένει μία από τις πιο βαριές τραγωδίες της ελληνικής ακτοπλοΐας.
Το ημερολόγιο έγραφε 26 Σεπτεμβρίου 2000. Το «Εξπρές Σάμινα» είχε φύγει από τον Πειραιά και κατευθυνόταν προς την Πάρο, πριν συνεχίσει για Νάξο, Ικαρία, Σάμο, Πάτμο και Λειψούς.
Στο πλοίο βρίσκονταν 472 επιβάτες και 61 μέλη πληρώματος. Κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι το ταξίδι εκείνης της νύχτας θα κατέληγε σε μία από τις μεγαλύτερες ναυτικές τραγωδίες που γνώρισε η χώρα.
Η πρόσκρουση στις «Πόρτες»
Λίγο μετά τις 10 το βράδυ, το πλοίο βρισκόταν ανοικτά της Πάρου. Στην περιοχή επικρατούσαν ισχυροί άνεμοι, περίπου 8 μποφόρ.
Στις 22:10, το «Σάμινα» προσέκρουσε στις βραχονησίδες «Πόρτες», σε μικρή απόσταση από την Παροικιά. Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων, τη στιγμή της πρόσκρουσης ακούστηκε αρχικά ένας δυνατός θόρυβος και στη συνέχεια ένα σύρσιμο. Τα μέλη του πληρώματος καθησύχαζαν τους επιβάτες ότι δεν είναι τίποτα. Σε λίγα λεπτά, το τίποτα θα μετατραπεί σε υγρό τάφο.
Η σύγκρουση προκάλεσε σοβαρό ρήγμα στα δεξιά ύφαλα του πλοίου. Το νερό άρχισε να εισέρχεται στο μηχανοστάσιο και η κατάσταση εξελίχθηκε πολύ γρήγορα.
Το πλοίο πήρε κλίση και περίπου 25 λεπτά μετά την πρόσκρουση είχε βυθιστεί.
Η θάλασσα γέμισε ανθρώπους
Εκείνες τις στιγμές, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η ταχύτητα με την οποία βυθιζόταν το πλοίο. Ήταν και το σκοτάδι, η κακοκαιρία, η σύγχυση και η προσπάθεια των επιβατών να καταλάβουν τι ακριβώς είχε συμβεί.
Η επιχείρηση διάσωσης ξεκίνησε μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.
Στο σημείο έφτασαν σκάφη του Λιμενικού, άλλα πλοία που βρίσκονταν στην περιοχή, αλλά και ψαράδες από την Πάρο και την Αντίπαρο. Οι τελευταίοι έπεσαν στη θάλασσα με τα μικρά σκάφη τους και συμμετείχαν στην περισυλλογή ανθρώπων που είχαν βρεθεί στο νερό.
Τελικά, 81 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Μεταξύ των θυμάτων ήταν και ο υπολιμενάρχης Πάρου Δημήτρης Μάλαμας, ο οποίος υπέστη καρδιακή προσβολή κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διάσωσης.
Πώς χάθηκαν τόσες ψυχές – Τι περιγράφουν οι διασωθέντες
Από τις μαρτυρίες των διασωθέντων προκύπτει ότι οι 81 άνθρωποι δεν έχασαν όλοι τη ζωή τους με τον ίδιο τρόπο. Οι καταθέσεις περιγράφουν ανθρώπους που εγκλωβίστηκαν ή δεν πρόλαβαν να εγκαταλείψουν το πλοίο, άλλους που βρέθηκαν στη θάλασσα και πνίγηκαν, αλλά και ανθρώπους που χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι και τα ισχυρά ρεύματα.
Το πιο σημαντικό είναι ότι οι μαρτυρίες δείχνουν πόσο γρήγορα εξελίχθηκε η καταστροφή και πόσο αποδιοργανωμένη ήταν η εκκένωση.
Τι περιγράφουν οι διασωθέντες
Μία από τις συγκλονιστικότερες καταθέσεις ήταν του Γιώργου Αρκουλή. Είπε ότι βρισκόταν στο κέντρο του πλοίου όταν άρχισε να παίρνει κλίση. Υπήρχε ελάχιστος φωτισμός και, όπως κατέθεσε, το πλήρωμα είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί. Τα σωσίβια χρειάστηκε να τα αναζητήσουν μόνοι τους. Όταν το πλοίο βυθίστηκε, όσοι βρίσκονταν ακόμη μέσα παρασύρθηκαν προς τα έξω από τη δίνη που δημιουργήθηκε. Ο ίδιος έχασε στη θάλασσα τον πατέρα και τον αδελφό του.
Άλλη επιζήσασα, η Νατάσα Μιχαηλίδου, έχει περιγράψει ότι δεν υπήρξε ανακοίνωση από τα μεγάφωνα και ότι μετά την πρόσκρουση έπεσε το ρεύμα. Μέσα στη σύγχυση, οι επιβάτες προσπαθούσαν μόνοι τους να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Η ίδια και ο σύντροφός της φόρεσαν σωσίβια και πήδηξαν στη θάλασσα, ενώ η ίδια τραυματίστηκε πριν εγκαταλείψει το πλοίο
Βασίλης Ραχούτης: Ο 19χρονος στρατιώτης που έχασε τη ζωή του προσπαθώντας να σώσει συνεπιβάτες του
Ανάμεσα στις 81 ζωές που χάθηκαν εκείνη τη νύχτα ήταν και ένας 19χρονος στρατιώτης, ο Βασίλης Ραχούτης. Η δική του ιστορία έμεινε ξεχωριστή στη μνήμη όσων επέζησαν, καθώς, μέσα στο χάος του ναυαγίου, δεν προσπάθησε μόνο να σωθεί. Έμεινε στο νερό για να βοηθήσει άλλους ανθρώπους.
Ο Ραχούτης υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία όταν επιβιβάστηκε στο «Εξπρές Σάμινα». Όταν το πλοίο προσέκρουσε στις βραχονησίδες της Πάρου και οι επιβάτες βρέθηκαν στη θάλασσα, συμμετείχε στην προσπάθεια διάσωσης.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που καταγράφηκαν για τη δράση του, βοήθησε ανθρώπους να φτάσουν σε ασφαλές σημείο και στη συνέχεια επέστρεψε στη θάλασσα, όταν αντιλήφθηκε ότι υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που χρειάζονταν βοήθεια.
Η πιο γνωστή αφήγηση αφορά την προσπάθειά του να σώσει ένα μικρό παιδί. Ο Ραχούτης βρέθηκε στο νερό και κατάφερε να φτάσει κοντά του, προσπαθώντας να το κρατήσει στην αγκαλιά του μέσα στα κύματα. Κατά την προσπάθεια αυτή τραυματίστηκε και έχασε τις αισθήσεις του. Η μητέρα του έχει περιγράψει ότι ο γιος της μεταφέρθηκε τελικά στη στεριά, όπου πέθανε αργότερα.
Το 2001, στα Καμένα Βούρλα, πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του.


Τα ερωτήματα άρχισαν αμέσως
Το ναυάγιο δεν αντιμετωπίστηκε ως μία απλή ναυτική τραγωδία. Από τις πρώτες ημέρες άρχισαν να εξετάζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες το πλοίο προσέκρουσε στις «Πόρτες», αλλά και όσα συνέβησαν στα λεπτά που ακολούθησαν.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η λειτουργία του πλοίου, η κατάσταση στην οποία βρισκόταν, οι χειρισμοί στη γέφυρα και κυρίως το κατά πόσο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η μεγάλη απώλεια ανθρώπινων ζωών.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Ναυτικών Ατυχημάτων, στο πόρισμά του το 2003, απέδωσε σοβαρές ευθύνες σε μέλη του πληρώματος. Μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι το πλοίο δεν θα είχε βυθιστεί με τον ίδιο τρόπο εάν οι στεγανές θύρες του μηχανοστασίου ήταν κλειστές, ενώ γινόταν αναφορά και στην ανάγκη έγκαιρης ενημέρωσης των επιβατών.


Δύο μήνες αργότερα, η αυτοκτονία του Παντελή Σφηνιά
Στις 29 Νοεμβρίου 2000, μόλις 64 ημέρες μετά το ναυάγιο, ο 55χρονος Παντελής Σφηνιάς, αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Minoan Flying Dolphins και πρόεδρος τότε της Ένωσης Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας, βρέθηκε νεκρός μετά από πτώση από τον έκτο όροφο των γραφείων της εταιρείας στην Ακτή Κονδύλη, στον Πειραιά.
Ο θάνατός του προκάλεσε νέο σοκ. Ο Σφηνιάς είχε βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης μετά το ναυάγιο, καθώς η Minoan Flying Dolphins ήταν η εταιρεία που διαχειριζόταν το «Εξπρές Σάμινα». Ωστόσο, τα ακριβή αίτια που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία δεν αποσαφηνίστηκαν ποτέ επίσημα.
Η υπόθεση έφτασε στις δικαστικές αίθουσες
Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης κράτησε χρόνια.
Η δίκη άρχισε το 2005 στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά. Ένα χρόνο αργότερα εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με τον πλοίαρχο Βασίλη Γιαννακή και τον υποπλοίαρχο Αναστάσιο Ψυχογιό να καταδικάζονται σε πολυετείς ποινές κάθειρξης. Καταδίκες επιβλήθηκαν επίσης σε άλλα μέλη του πληρώματος και εκπροσώπους της πλοιοκτήτριας εταιρείας.
Η υπόθεση συνεχίστηκε σε δεύτερο βαθμό, με τις ποινές να μειώνονται. Το 2010 ο Άρειος Πάγος μείωσε περαιτέρω την ποινή του πλοιάρχου, σε μια εξέλιξη που αποτέλεσε και αντικείμενο έντονης συζήτησης γύρω από τη δικαστική μεταχείριση της υπόθεσης.
Είκοσι έξι χρόνια μετά, το «Εξπρές Σάμινα» παραμένει στη μνήμη όχι μόνο για το πώς βυθίστηκε, αλλά κυρίως για τα ερωτήματα που γεννήθηκαν από εκείνη τη νύχτα και για τις 81 ζωές που χάθηκαν στα νερά της Πάρου.
Με πληροφορίες από Καθημερινή, ΤΑ ΝΕΑ