Κάνε κλικ και δες περισσότερο thesnewsline.com στην αναζήτηση της Google
Ελλάδα: Ραγδαίες εξελίξεις σημειώνονται γύρω από την Κίμπερλι Γκιλφόιλ, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να ζητήσει την παραίτησή της από τη θέση της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, βάζοντας τέλος στη διπλωματική της παρουσία στην Αθήνα, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της.
Η ίδια απορρίπτει τις καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας και διαμηνύει ότι θα υπερασπιστεί τη φήμη και την επαγγελματική της ακεραιότητα.
Η εξέλιξη ήρθε μετά τις δημόσιες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο απομάκρυνσής της, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Λίγο αργότερα, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε ότι ζητήθηκε από την Γκιλφόιλ να αποχωρήσει, κάνοντας λόγο για ένα πρόσωπο που υπήρξε πολύτιμο μέλος της ομάδας του προέδρου και ευχόμενη καλή συνέχεια στην πορεία της.
Η απόφαση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η Γκιλφόιλ δεν αποτελεί μια συνηθισμένη διπλωματική επιλογή. Με μακρά παρουσία στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, πρώην παρουσιάστρια του Fox News και στενή σύνδεση με τον οικογενειακό κύκλο του Τραμπ, είχε αναλάβει την πρεσβεία στην Αθήνα έχοντας ισχυρά πολιτικά ερείσματα στην Ουάσιγκτον. Η τοποθέτησή της είχε εκληφθεί ως ένδειξη της σημασίας που αποδίδει ο Αμερικανός πρόεδρος στις προσωπικές σχέσεις και στην εμπιστοσύνη προς τους ανθρώπους του.
BREAKING: President Trump is asking U.S. Ambassador to Greece Kimberly Guilfoyle to resign following allegations involving a $100,000 credit card bill and luxury travel funded by Greek businessmen. The move comes just one day after Trump publicly expressed frustration with Guilfoyle, telling reporters, "We’re not happy." According to The Wall Street Journal, Guilfoyle allegedly offered to use her connections inside the Trump administration to help secure payment of her personal credit card bill. She also reportedly boasted about luxury travel paid for by two Greek tycoons. The State Department’s inspector general is looking into the allegations. Guilfoyle’s attorneys deny wrongdoing.— Fox News (@FoxNews) October 13, 2026
Ωστόσο, οι τελευταίες αποκαλύψεις έφεραν την πρέσβειρα στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Στο επίκεντρο βρίσκεται καταγγελία επιχειρηματία και υποστηρικτή του Τραμπ, σύμφωνα με την οποία η Γκιλφόιλ φέρεται να του ζήτησε 100.000 δολάρια για την εξόφληση λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, λίγο πριν από την ακρόασή της στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η οικονομική συνδρομή συνδεόταν με τη δυνατότητα πρόσβασης σε υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, ενώ ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν κατέβαλε τελικά το συγκεκριμένο ποσό.
Donald Trump demande la démission de l’ambassadrice des États-Unis en Grèce visée par des révélations embarrassantes https://t.co/JkIko7jMQZ— BFM (@BFMTV) October 13, 2026
“Σκοπεύω να υπερασπιστώ σθεναρά το όνομά μου”
Η πλευρά της Γκιλφόιλ αμφισβητεί τους ισχυρισμούς και τη γνησιότητα των μηνυμάτων που έχουν επικαλεστεί οι καταγγέλλοντες. Οι δικηγόροι της υποστηρίζουν ότι υπήρχε οικονομική εκκρεμότητα από προηγούμενες επαγγελματικές συνεργασίες και ότι ο επιχειρηματίας τής όφειλε χρήματα για υπηρεσίες ομιλιών και συμβουλευτικής. Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί και άλλες καταγγελίες σχετικά με δώρα, ταξίδια και τη συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της θητείας της, τις οποίες η ίδια πλευρά αμφισβητεί. Οι καταγγελίες αυτές δεν ισοδυναμούν από μόνες τους με αποδεδειγμένη παράνομη πράξη.
Η ίδια η Γκιλφόιλ επέλεξε να απαντήσει δημόσια, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν προτίθεται να αφήσει αναπάντητες τις κατηγορίες. Εξέφρασε την ευγνωμοσύνη της προς τον Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο για την ευκαιρία να εκπροσωπήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ελλάδα, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι οι κατηγορίες σε βάρος της είναι ψευδείς. «Σκοπεύω να υπερασπιστώ σθεναρά το όνομά μου, τη φήμη μου και την ακεραιότητά μου», ήταν το μήνυμα που έστειλε, δίνοντας σαφές στίγμα ότι η υπόθεση δεν θεωρείται από την ίδια λήξασα.
Η απομάκρυνσή της αναδεικνύει, πάντως, μια ευρύτερη πολιτική διάσταση. Στο περιβάλλον του Τραμπ, η προσωπική εμπιστοσύνη και οι στενές διασυνδέσεις μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο προς θέσεις υψηλής ευθύνης, δεν αποτελούν όμως απαραίτητα ασπίδα όταν μια υπόθεση αποκτά δημοσιότητα και δημιουργεί πολιτικό κόστος. Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου δεν αποδεικνύει την ενοχή της Γκιλφόιλ, δείχνει όμως ότι η παραμονή της στη συγκεκριμένη θέση κρίθηκε πλέον πολιτικά προβληματική.
Τα 100.000 δολάρια, τα ιδιωτικά τζετ και η ελληνική εταιρεία στο επίκεντρο των αποκαλύψεων της WSJ
Στο επίκεντρο μιας σειράς αποκαλύψεων βρέθηκε η Κίμπερλι Γκιλφόιλ, με την Wall Street Journal να δημοσιεύει διαδοχικά ρεπορτάζ για τις οικονομικές της συναλλαγές, τις επαφές της με επιχειρηματίες και τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να αξιοποιούσε την επιρροή της ως πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Η υπόθεση κλιμακώθηκε με την καταγγελία ότι ζήτησε από πολιτικό χρηματοδότη του Ντόναλντ Τραμπ να καλύψει λογαριασμό πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, ενώ παράλληλα τέθηκαν ερωτήματα για παροχές πολυτελείας και για την προώθηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.
Το πλέον σοβαρό σκέλος της υπόθεσης αφορά τον Έρικ Ντέτερς, επιχειρηματία, δικηγόρο και υποστηρικτή του Τραμπ. Σύμφωνα με το δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας, το οποίο βασίστηκε σε μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξαν οι δύο πλευρές μέσω της εφαρμογής Signal, η Γκιλφόιλ τού ζήτησε τον Ιούλιο του 2025 να καταβάλει 100.000 δολάρια στον λογαριασμό της American Express, λίγες ημέρες πριν από την ακρόασή της στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού της. Στα ίδια μηνύματα, όπως παρουσιάστηκαν στο ρεπορτάζ, φέρεται να επικαλείται τις διασυνδέσεις της με την κυβέρνηση Τραμπ και να αφήνει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να τον βοηθήσει να αποκτήσει πρόσβαση σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων στελέχη του υπουργείου Δικαιοσύνης και της φορολογικής υπηρεσίας IRS.
Ο Ντέτερς υποστήριξε ότι η οικονομική απαίτηση συνδεόταν με την προσδοκία πολιτικής εξυπηρέτησης και ότι αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό. Η πλευρά της Γκιλφόιλ αμφισβήτησε τη γνησιότητα των μηνυμάτων, ενώ ο δικηγόρος της υποστήριξε ότι υπήρχαν ανεξόφλητες αμοιβές για προηγούμενες επαγγελματικές υπηρεσίες, ομιλίες και εκδηλώσεις. Ο Ντέτερς αρνήθηκε ότι της όφειλε χρήματα. Συνεπώς, η συγκεκριμένη οικονομική διαφορά παραμένει αντικείμενο αντικρουόμενων ισχυρισμών και δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένη παράνομη συναλλαγή.
Οι αποκαλύψεις, ωστόσο, δεν σταμάτησαν εκεί. Σε προηγούμενα ρεπορτάζ της, η Wall Street Journal είχε εξετάσει τα ταξίδια της Γκιλφόιλ με ιδιωτικά αεροσκάφη και τις πολυτελείς διαμονές που φέρεται να χρηματοδοτούσαν εύποροι Έλληνες επιχειρηματίες. Ανάμεσα στα πρόσωπα που αναφέρθηκαν ήταν ο Αλέξανδρος Εξάρχου, επικεφαλής του ομίλου Aktor, και ο εφοπλιστής Νικόλας Τσάκος. Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν ερωτήματα σχετικά με το αν οι συγκεκριμένες παροχές είχαν δηλωθεί και εγκριθεί σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις μετακινήσεις και τη συμπεριφορά των Αμερικανών διπλωματών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησε και η σχέση της πρέσβειρας με τον όμιλο Aktor, καθώς η εφημερίδα περιέγραψε επανειλημμένες προσπάθειές της να προωθήσει τα επιχειρηματικά συμφέροντα της εταιρείας σε επαφές με κυβερνήσεις της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στο επίκεντρο βρέθηκε και ο Χρήστος Μαραφάτσος, λομπίστας που συνδέεται με τον όμιλο και φέρεται να συμμετείχε σε συναντήσεις της πρέσβειρας με αξιωματούχους, ακόμη και σε επαφές που πραγματοποιούνταν στην πρεσβευτική κατοικία. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ορισμένοι αξιωματούχοι φέρονται να τον αντιμετώπισαν ως μέλος του στενού διπλωματικού επιτελείου της.
Η υπόθεση αποκτά πρόσθετη σημασία λόγω του ενεργειακού ρόλου που έχει αναλάβει η Ελλάδα στον σχεδιασμό για τη μεταφορά αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Ο όμιλος Aktor, μέσω κοινοπραξίας με ελληνική εταιρεία που συνδέεται με το Δημόσιο, συμμετέχει σε συμφωνία μακράς διάρκειας για την προμήθεια αμερικανικού LNG. Η προώθηση του ενεργειακού διαδρόμου αποτελεί μέρος της ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής για τη μείωση της ευρωπαϊκής εξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο. Το κρίσιμο ερώτημα που αναδείχθηκε από τα δημοσιεύματα δεν είναι αν η συγκεκριμένη στρατηγική εξυπηρετεί αμερικανικά συμφέροντα, αλλά αν η προβολή μιας συγκεκριμένης εταιρείας από την επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής δημιουργούσε ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων ή άνισης μεταχείρισης.
Η αμερικανική εφημερίδα μετέφερε επίσης αναφορές για εντάσεις της Γκιλφόιλ με Έλληνες αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων ένα περιστατικό έντονης αντιπαράθεσης με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου. Παράλληλα, δημοσιεύματα έθεσαν ερωτήματα για το ύφος των παρεμβάσεών της και για το κατά πόσο ορισμένες κινήσεις της συνάδουν με την παραδοσιακή πρακτική της διπλωματικής εκπροσώπησης.
Οι καταγγελίες οδήγησαν σε αιτήματα Αμερικανών βουλευτών και γερουσιαστών για διερεύνηση των επαφών της με επιχειρηματίες, των ταξιδιών της και των πιθανών οικονομικών παροχών που ενδέχεται να έλαβε. Στο μικροσκόπιο τέθηκε και το ενδεχόμενο ελέγχου από τον γενικό επιθεωρητή του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος εξετάζει ζητήματα συμμόρφωσης και δεοντολογίας στο διπλωματικό σώμα.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον για την Ελλάδα η “καρατόμηση” της Γκιλφόιλ
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, καθώς αφορά τον ανώτατο διπλωματικό εκπρόσωπο των ΗΠΑ σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή συνεργασία, η περιφερειακή ασφάλεια και οι σχέσεις της Ουάσιγκτον με την ευρύτερη περιοχή παραμένουν κρίσιμα ζητήματα. Η αποχώρηση μιας πρέσβειρας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Αθήνα, καθώς οι διμερείς σχέσεις στηρίζονται σε θεσμούς και στρατηγικές επιλογές που υπερβαίνουν τα πρόσωπα. Παράλληλα, όμως, η υπόθεση αναμένεται να προκαλέσει συζητήσεις για τα κριτήρια επιλογής και τον έλεγχο των προσώπων που αναλαμβάνουν τόσο ευαίσθητες διπλωματικές αποστολές.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι καταγγελίες θα οδηγήσουν σε περαιτέρω εξελίξεις και ποια θα είναι η επόμενη επαγγελματική κίνηση της Γκιλφόιλ. Προς το παρόν, η πολιτική απόφαση απομάκρυνσης έχει δρομολογηθεί, ενώ η ίδια επιμένει ότι θα υπερασπιστεί το όνομά της. Η υπόθεση, επομένως, δεν αφορά μόνο το τέλος μιας σύντομης διπλωματικής θητείας, αλλά και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πολιτική εμπιστοσύνη, την προσωπική επιρροή και τη θεσμική λογοδοσία.
