Γεννημένη στον Βόλο και μεγαλωμένη στον Αλμυρό Μαγνησίας, η Τόνια Μακατσιάνου ξεκίνησε από μικρή να εξερευνά τον κόσμο μέσα από τις νότες του πιάνου, με πρώτη δασκάλα την κα Μαίρη Μουρτζοπούλου, που μετέτρεψε τα μαθήματα σε έμπνευση. Σ΄ενα παράθυρο προς την τέχνη και τη ζωή.
Από το Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μέχρι το Erasmus που την οδήγησε στο Παρίσι (και την έκανε να μείνει εκεί), η πορεία της είναι μια συνεχής κίνηση: από την ηρεμία της επαρχίας στους γοργούς ρυθμούς μιας μητρόπολης με τη μουσική να κυριαρχεί σε κάθε της βήμα.
Σήμερα, ως πιανίστρια, μουσικολόγος και παιδαγωγός, κινείται ανάμεσα στην κλασική παράδοση, το αργεντίνικο τάνγκο και έργα όπως το βραβευμένο She Said Sea – μια προσωπική γέφυρα που φέρνει τις νησιώτικες μελωδίες του Γιάννη Κωνσταντινίδη στο γαλλικό κοινό, μετατρέποντας τη θάλασσα, τη γυναίκα και τον ρυθμό σε ζωντανή εμπειρία.
Σ’ αυτή τη συνέντευξη, η Τόνια μιλά ανοιχτά στη Χαρά Αγριδιώτη και στο thesnewsline.com για τις ρίζες της, την οργανική αναζήτηση χωρίς ταμπέλες, την έλξη του τάνγκο και το πώς η μουσική γίνεται συνάντηση πολιτισμών – όχι προβολή, αλλά βαθιά, ανθρώπινη σύνδεση.
Πώς ξεκίνησε η αγάπη σου για το πιάνο; Πώς εξελίχθηκε το μουσικό σου ταξίδι από τον Αλμυρό Μαγνησίας, μέσα από τις σπουδές στο Εθνικό Ωδείο της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, μέχρι το Παρίσι;
Η σχέση μου με το πιάνο ξεκίνησε πολύ νωρίς. Η μητέρα μου, που αγαπούσε βαθιά την τέχνη ως θεατής, με έγραψε από μικρή στο ωδείο. Το γεγονός ότι βρισκόταν στον Βόλο το έκανε για μένα κάτι περισσότερο από μάθημα· ήταν το γεγονός της εβδομάδας. Έφευγα από το σχολείο στον Αλμυρό – μια μικρή επαρχιακή πόλη – και ένιωθα ότι άνοιγε μπροστά μου ένας άλλος κόσμος.
Θυμάμαι έντονα την πρώτη μου καθηγήτρια πιάνου, την κυρία Μαίρη Μουρτζόπουλου: στρογγυλή σιλουέτα, πάντα ντυμένη σαν φιγούρα που παρέπεμπτε στον 19ο αιώνα, μια παρουσία που από μόνη της λειτουργούσε ως έμπνευση. Συχνά, μετά το μάθημα, υπήρχε συνέχεια, στο σινεμά Λίντο, στα βιβλιοπωλεία ή στις παραστάσεις της Παλιάς Ηλεκτρικής. Εκεί άρχισε να διαμορφώνεται η σχέση μου όχι μόνο με τη μουσική, αλλά με την τέχνη γενικότερα, ως τρόπος ζωής και αντίληψης του κόσμου.
Αρκετά νωρίς πήρα το πτυχίο πιάνου από το Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και συνέχισα με σπουδές Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δεν το βίωσα ποτέ ως μια αυστηρά χαραγμένη πορεία, αλλά ως μια αλληλουχία εμπειριών που άνοιγαν συνεχώς νέα πεδία. Παράλληλα, υπήρχε μια έντονη επιθυμία μετακίνησης. Η αίσθηση ότι κάτι με περίμενε αλλού.
Η ευκαιρία ήρθε με ένα εξάμηνο Erasmus στο Παρίσι. Από τις πρώτες εβδομάδες ένιωσα μια ελαφρότητα, μια χαρά που είχε να κάνει με την καθημερινή τριβή: συναυλίες, μαθήματα, μουσεία, ατελείωτο περπάτημα. Η μουσική για μένα στο Παρίσι, δεν ήταν ένα ξεχωριστό γεγονός, αλλά μέρος της ζωής μου. Χωρίς μεγάλες αποφάσεις, κατάλαβα ότι ήθελα να μείνω. Αυτή η αίσθηση κίνησης και ζωντάνιας παραμένει μέχρι σήμερα, μαζί φυσικά με τις δυσκολίες που συνεπάγεται η ζωή σε μια μητρόπολη.
Σημαντικό κομμάτι της καλλιτεχνικής σου διαδρομής συνδέεται με το τάνγκο. Πώς εισήλθε στη ζωή σου;
Στο Παρίσι είχα για πρώτη φορά την αίσθηση ότι οι μουσικές του κόσμου συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχία. Κάτι που στην Ελλάδα, με την πολύ έντονη δημοτική παράδοση, δεν είναι πάντα αυτονόητο. Εκεί, η περιέργεια θεωρείται σχεδόν προϋπόθεση.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία επανήλθε και το τάνγκο. Ήταν μια μουσική που την είχα ήδη ως άκουσμα, καθώς την αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου. Στο Παρίσι άρχισα να ασχολούμαι ενεργά με το είδος ως ερμηνεύτρια. Η φοίτησή μου στο Conservatoire de Gennevilliers υπήρξε καθοριστική: εκεί το τάνγκο δεν αντιμετωπίζεται ως εξωτικό είδος, αλλά ως ζωντανή και απαιτητική γλώσσα, με βαθιά παράδοση και απολύτως σύγχρονη δυναμική.



Το project «She Said Sea» βασίζεται σε έργα του Γιάννη Κωνσταντινίδη. Πώς επέλεξες να ερμηνεύεις αυτά τα κομμάτια και τι σε ελκύει στον συνδυασμό κλασικής μουσικής με ελληνικές θεματικές, όπως η νησιώτικη παράδοση;
Παρότι ο Γιάννης Κωνσταντινίδης δεν είναι από τους πιο διαδεδομένους Έλληνες συνθέτες στη Γαλλία, η μουσική του αποπνέει ξεκάθαρα την επίδραση του Ravel και μιας γαλλικής αισθητικής που μου είναι πλέον οικεία. Αυτό με τράβηξε εξαρχής και το είδα ως μια προσωπική γέφυρα ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς.
Η επιλογή των έργων δεν έγινε με αφετηρία τη νησιώτικη παράδοση ως εικόνα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή μετασχηματίζεται σε λόγια γραφή. Το στοιχείο του χορού είναι καθοριστικό στην ερμηνευτική μου προσέγγιση — όπως και στο τάνγκο. Η σωματικότητα και ο ρυθμός με βοηθούν να προσεγγίζω αυτή τη μουσική με μεγαλύτερη φυσικότητα και εσωτερική κίνηση. Το project ξεκίνησε αρκετά διστακτικά, όμως η ανταπόκριση του γαλλικού κοινού, μού έδειξε ότι αυτή η προσέγγιση βρήκε χώρο και άξιζε να συνεχιστεί.
Σε μια εποχή που η μουσική βιομηχανία αλλάζει γρήγορα, πώς βλέπεις τον ρόλο ενός πιανίστα όπως εσυ στην προώθηση του ελληνικού πολιτισμού στο Παρίσι και τη Γαλλία γενικότερα;
Δεν σκέφτομαι τη δουλειά μου με όρους προώθησης ή εκπροσώπησης. Ζώντας και δουλεύοντας στο Παρίσι, αισθάνομαι περισσότερο μέρος μιας καθημερινής καλλιτεχνικής ανταλλαγής παρά φορέας κάποιας εθνικής ταυτότητας. Με ενδιαφέρει η μουσική ως πεδίο συνάντησης και όχι ως εργαλείο προβολής.
Όταν προκύπτουν ελληνικά στοιχεία στο ρεπερτόριό μου, αυτό συμβαίνει οργανικά, μέσα από προσωπικές επιλογές και συνεργασίες. Αν κάτι τελικά μεταφέρεται προς τα έξω, είναι ο τρόπος δουλειάς και σκέψης — όχι μια ταμπέλα.
Ποια είναι τα επόμενα βήματά σου; Και μια συμβουλή για νέους μουσικούς που ονειρεύονται μια διεθνή καριέρα σαν τη δική σου;
Για τους επόμενους δύο μήνες το πρόγραμμά μου είναι ιδιαίτερα γεμάτο, με συναυλίες στην Ελλάδα και τη Γαλλία, κυρίως με σύγχρονο τάνγκο αλλά και με το σόλο μου αφιερωμένο στον Γιάννη Κωνσταντινίδη. Παράλληλα ολοκληρώνω τη μετάφραση της αλληλογραφίας της Ζορζ Σαντ και του Φρεντερίκ Σοπέν, που θα εκδοθεί για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει μια πιο ήσυχη περίοδος ανασύνθεσης.
Δεν πιστεύω πολύ στις «συνταγές» για μια διεθνή καριέρα. Αυτό που έχει σημασία είναι να παραμένει κανείς σε κίνηση: να ακούει, να δοκιμάζει, να αλλάζει. Η τεχνική είναι απαραίτητη, αλλά αυτό που τελικά ανοίγει δρόμους είναι η χαρά της αναζήτησης και η προσωπική φωνή. Οι διαδρομές χτίζονται με συνέπεια, ελευθερία και εμπιστοσύνη στον χρόνο.