Από ότι δείχνουν τα στοιχεία, τα τελευταία χρόνια “ότι λάμπει δεν είναι χρυσός” 22 καρατίων αλλά μάλλον έχει πέσει σε 8αρι, όπως επισημαίνουν fashion experts για τα προϊόντα των παγκοσμίου φήμης haute couture οίκων.
Η στροφή προς την μαζική παραγωγή μαζί με την παγκόσμια οικονομική κρίση έχει θέσει προβληματισμούς για το αν ο καταναλωτής που επιλέγει να αγοράσει π.χ. μία τσάντα διάσημου οίκου που κοστίζει πάνω από 6 μήνες μισθοδοσίας (αν είσαι τυχερός και παίρνεις 1.000 ευρώ το μήνα!), δικαιολογεί την ποιότητά του ή απλά πληρώνεις την ετικέτα.
Σε άρθρο των NY Times, τον Δεκέμβριο του 2024, όπου λόγω της εορταστικής περιόδου των Χριστουγέννων η αγοραστική κίνηση είναι αυξημένη, επισημαίνεται με καθόλου κολακευτικά λόγια ότι οι τιμές στα πολυτελή είδη έχουν πάρει αδικαιολόγητα την ανιούσα (στο άρθρο χρησιμοποιούνται οι χαρακτηρισμοί “obscenely, disgracefully and inconceivably costly”) , ενώ ταυτόχρονα η ποιότητά τους την κατιούσα. Σύμφωνα μάλιστα με τον “Luxury is in chaos” fashion expert και συνιδρυτή της πλατφόρμας Byronesque, Gill Linton, “η πολυτέλεια βρίσκεται στο χάος” .
Για να μην θυμηθούμε τα πρόσφατα viral βίντεο στο TikTok, όπου Κινέζοι κατασκευαστές έριξαν βόμβα μεγατόνων δείχνοντας πως οι πολυπόθητες τσάντες πολυτελείας κατασκευάζονται στην Κίνα, αναγκάζοντας οίκους όπως η Louis Vuitton, Gucci κα να προβούν σε ανακοινώσεις. Μάλιστα σε σχετικό άρθρο του το BBC (Απρίλιος 2025) ανέφερε πως το ζήτημα δεν είναι απλό καθώς από τη μία πλευρά αρκετά από αυτά τα βίντεο δεν είναι αξιόπιστα αλλά από την άλλη πλευρά ισχύει ότι πολλές διάσημες εταιρείες έχουν μεταφέρει την παραγωγή τους στην Κίνα.
“Made in Italy” vs “Made in France”?
Με αφορμή τα συγκεκριμένα βίντεο, παρόμοιους προβληματισμούς έθεσε και άρθρο του περιοδικού Marie Claire. “Είναι οι μάρκες πολυτελείας τόσο αυθεντικές όσο ισχυρίζονται ή μήπως όλοι πιστεύουμε σε μια προσεκτικά συσκευασμένη ψευδαίσθηση;”. Ωστόσο στο εισαγωγικό κείμενο αναφέρεται μόνο το “made in Italy”.
Το ζήτημα όμως δεν περιορίζεται μονάχα στο αν οι τιμές των προϊόντων των διάσημων οίκων είναι υψηλές ή αν τα προϊόντα κατασκευάζονται στην Κίνα και όχι στην Γαλλία, στην Ισπανία ή στις ΗΠΑ.
Σημερινό άρθρο του γαλλικού BMF Business επισημαίνει το πρόβλημα εκμετάλλευσης των εργαζομένων με παρανομαστή το haute couture “Made in Italy” και με αφορμή την πρόσφατη πτώχευση του οίκου Loro Piana.
Στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται τα ακόλουθα:
“Πίσω από την επιχρυσωμένη βιτρίνα της ιταλικής πολυτέλειας, ένα αδιαφανές σύστημα υπεργολαβίας υπονομεύει την εικόνα του “Made in Italy”. Το τελευταίο σκάνδαλο: Η Loro Piana, ένας οίκος κασμίρ που ανήκει στην LVMH, τέθηκε υπό πτώχευση στην Ιταλία για έμμεση προώθηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Αυτή η υπόθεση αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα που επηρεάζει ολόκληρο τον κλάδο.
Πολυτελές κασμίρ, τσάντες που κοστίζουν 3.000 ή 4.000 ευρώ. Η Ιταλία, η χώρα της παγκόσμιας πολυτέλειας, κρύβει μια πολύ λιγότερο λαμπερή πλευρά: αυτή των κακοπληρωμένων, παράνομων εργαζομένων, που μερικές φορές είναι κλειδωμένοι σε εργαστήρια για να παράγουν με χαμηλό κόστος. Η υπόθεση Loro Piana δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μάλλον μια απεικόνιση ενός αδιαφανούς συστήματος που λειτουργεί στο παρασκήνιο της ιταλικής βιομηχανίας πολυτελείας.
H μάρκα Loro Piana, η ναυαρχίδα του ιταλικού κασμίρ που ανήκει στην LVMH, έχει εμπλακεί στις σκιώδεις πρακτικές υπεργολαβίας της. Η αιτία: μια καταρρακτώδης αλυσίδα παραγωγής, με αόρατους κρίκους, όπου οι παράνομοι Κινέζοι εργάτες εργάζονταν σε παράνομες συνθήκες, αμείβονταν υποτιμημένα και μερικές φορές στεγάζονταν απευθείας στα εργαστήρια. Οι εργάτες πληρώνονταν περίπου 4 ευρώ την ώρα και αναγκάζονταν να εργάζονται ακραίες ώρες (έως και 90 ώρες την εβδομάδα). Το δικαστήριο επεσήμανε «υπεύθυνη αμέλεια» εκ μέρους της μάρκας και ότι ένας εσωτερικός έλεγχος κρίθηκε ανεπαρκής.
Σε επικοινωνία με την Fashion United, η Loro Piana δήλωσε ότι ο εν λόγω προμηθευτής δεν είχε τηρήσει τις «νομικές και συμβατικές υποχρεώσεις» του. Η Loro Piana δήλωσε στο δελτίο τύπου της ότι «ελέγχει συνεχώς και θα συνεχίσει να ενισχύει τις δραστηριότητες παρακολούθησης και ελέγχου της» για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τα δικά της πρότυπα ποιότητας και δεοντολογίας σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού. Αυτή η υπόθεση είναι εμβληματική ενός ευρύτερου συστήματος, το οποίο κατήγγειλαν οι εισαγγελείς του Μιλάνου, όπου ο αγώνας για χαμηλό κόστος διαφθείρει την υποκείμενη πλευρά της πολυτέλειας Made in Italy.
Σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Bain, η Ιταλία φιλοξενεί μεταξύ 50% και 55% της παγκόσμιας παραγωγής ειδών πολυτελείας. Αυτό το παραγωγικό δίκτυο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε χιλιάδες μικρά εργαστήρια, συγκεντρωμένα στις περιοχές του Μιλάνου, της Φλωρεντίας και του Πράτο. Αυτή η κατακερματισμένη οργάνωση καθιστά τους ελέγχους δύσκολους και τις καταχρήσεις δυνατές.
Πράγματι, η ιταλική παραγωγή ειδών πολυτελείας βασίζεται σε ένα συνονθύλευμα πολύ μικρών επιχειρήσεων, ανεξάρτητων παρόχων υπηρεσιών και πολυεπίπεδων υπεργολάβων, που συχνά βρίσκονται σε διακριτικές βιομηχανικές ζώνες γύρω από το Μιλάνο, το Πράτο ή τη Νάπολη.
Σε αυτό το πυκνό δίκτυο, οι μεγάλες μάρκες σπάνια συνεργάζονται απευθείας με τους τελικούς κατασκευαστές. Οι παραγγελίες περνούν από τον έναν πελάτη σε ένα εργαστήριο, στη συνέχεια σε ένα άλλο, και μερικές φορές σε έναν τέταρτο ή πέμπτο υπεργολάβο. Αυτός ο κατακερματισμός καθιστά την παρακολούθηση σχεδόν αδύνατη, ακόμη και για τις μάρκες που ενδιαφέρονται για τη συμμόρφωση.
Κάθε σύνδεσμος μπορεί να αναθέτει σε τρίτους μέρος της παραγωγής χωρίς να ενημερώνει τους άμεσους πελάτες του. Οι παραδοσιακοί έλεγχοι -συχνά προγραμματισμένοι, μερικές φορές επιφανειακοί- δυσκολεύονται να εντοπίσουν πραγματικές καταχρήσεις: εργαστήρια με άθλιες συνθήκες εργασίας, άθλιες συνθήκες εργασίας, μισθούς χαμηλής ποιότητας ή αδήλωτους εργαζόμενους, συχνά ξένης προέλευσης. Αυτό το οικονομικό μοντέλο είναι ταυτόχρονα κερδοφόρο και εύθραυστο, του οποίου οι ηθικοί περιορισμοί αποκαλύπτονται τώρα από επαναλαμβανόμενες δικαστικές έρευνες.
Το 2024-2025, αρκετές μεγάλες μάρκες πολυτελείας, όπως οι Dior, Armani και Valentino, έγιναν στόχος των ιταλικών δικαστηρίων για ανησυχητικές πρακτικές στην αλυσίδα εφοδιασμού τους μέσω υπεργολαβιών.
Η αρχή ανταγωνισμού εξήγησε αυτούς τους ελέγχους με «πιθανή παράνομη συμπεριφορά στην προώθηση και πώληση ειδών ένδυσης και αξεσουάρ, κατά παράβαση του Ιταλικού Κώδικα Καταναλωτή». Παρόλο που δεν διαπιστώθηκαν παραβάσεις για την Dior, ο γαλλικός οίκος πολυτελείας θα πρέπει να καταβάλει 2 εκατομμύρια ευρώ σε διάστημα πέντε ετών για την υποστήριξη πρωτοβουλιών που στοχεύουν στην υποστήριξη των θυμάτων εργασιακής εκμετάλλευσης.
Για την Valentino, η θυγατρική της Valentino Bags Lab τέθηκε υπό πτώχευση μετά την ανακάλυψη εργαστηρίων sweatworks γύρω από το Μιλάνο όπου οι εργαζόμενοι κοιμόντουσαν στις εγκαταστάσεις τους, χωρίς συμβόλαια, σε επικίνδυνες συνθήκες ασφαλείας.
Στην υπόθεση Valentino Bags Lab, οι έρευνες που διεξήχθησαν στην περιοχή του Μιλάνου το 2024 και το 2025 αποκάλυψαν ένα καλολαδωμένο λειτουργικό σύστημα: ορισμένα εργαστήρια λειτουργούσαν συνεχώς, μέρα και νύχτα, ακόμη και κατά τη διάρκεια των αργιών, προκειμένου να έχουν «διαθέσιμο εργατικό δυναμικό 24 ώρες την ημέρα», σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Οι εργαζόμενοι, αναγκασμένοι να κοιμούνται στους χώρους εργασίας τους, αντιμετώπιζαν κόλαση, χωρίς διαλείμματα ή εγγυήσεις ασφαλείας. Για την αύξηση της παραγωγικότητας, οι προφυλακτήρες μηχανημάτων συχνά αποσυναρμολογούνταν, κατά παράβαση των υγειονομικών κανονισμών.
Ένα άλλο εμβληματικό παράδειγμα της επικρατούσας αδιαφάνειας εμφανίστηκε την Παρασκευή 1η Αυγούστου στην Ιταλία: ο όμιλος πολυτελών ειδών Armani τιμωρήθηκε με πρόστιμο 3,5 εκατομμυρίων ευρώ για παραπλανητική διαφήμιση σχετικά με τις συνθήκες εργασίας των υπεργολάβων του. Η ιταλική αρχή ανταγωνισμού, η οποία διεξήγαγε έρευνα διάρκειας ενός έτους, κατηγόρησε τις Giorgio Armani S.p.A. και Giorgio Armani Operations (GAO) S.p.A. ότι είχαν διατυπώσει ηθικές και κοινωνικές δεσμεύσεις ευθύνης «που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα». Πράγματι, ο ιστότοπος armanivalues.com, που τονίζει τη δέσμευση της Armani για την ευημερία των εργαζομένων και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας, επικρίθηκε ως απλό εργαλείο μάρκετινγκ που αποσκοπούσε στην προσέλκυση πελατών. Πράγματι, σύμφωνα με την αρχή, η Armani συνεργάστηκε με υπεργολάβους που οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν άλλους παρόχους υπηρεσιών, όπου οι συνθήκες υγείας και ασφάλειας ήταν «απαράδεκτες». Η Armani ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση κατά αυτού του προστίμου, εκφράζοντας «την απογοήτευσή της και την πικρία της»”.
Ο εμπορικός ανταγωνισμός σε μία “πίτα” που όλο και μικραίνει είναι πολύ μεγάλος κι αυτό έχει συνέπειες. Και είναι ελάσσονος σημασίας αν οι συνέπειες αφορούν τσάντες, φορέματα, παπούτσια. Μπορεί τα άνωθεν “άπλυτα” να επικεντρώνονται μόνο στο haute couture “made in Italy”, ( στα haute couture “made in France”, “made in USA” κα τί συμβαίνει άραγε?), το τραγικό σημείο είναι ότι καταδεικνύουν την εκμετάλλευση ανθρώπων.
Ότι λάμπει τελικά είναι τσίγκος…