Κάνε κλικ και δες περισσότερο thesnewsline.com στην αναζήτηση της Google
Υγεία: Το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου πραγματοποίησε την πρώτη στη Βόρεια Ελλάδα εμφύτευση διπλοεστιακού βηματοδότη χωρίς ηλεκτρόδια (leadless dual-chamber pacemaker), σε ασθενή με χρόνια νεφρική νόσο υπό αιμοκάθαρση. Η επέμβαση ανοίγει μια θεραπευτική επιλογή για περιπτώσεις όπου η κλασική βηματοδότηση με ηλεκτρόδια είναι τεχνικά δύσκολη ή υψηλού κινδύνου.
Η επέμβαση και ο ασθενής
Η εμφύτευση έγινε σε ασθενή με συμπτωματική δυσλειτουργία του φλεβόκομβου και πολλαπλές, παρατεταμένες καρδιακές παύσεις. Η χρόνια νεφρική νόσος και η αιμοκάθαρση καθιστούν συχνά προβληματική τη φλεβική πρόσβαση από τα άνω άκρα, επειδή οι φλέβες αυτές χρησιμοποιούνται για αρτηριοφλεβικές επικοινωνίες (fistulae) ή κεντρικούς καθετήρες. Σε τέτοιους ασθενείς τα συμβατικά συστήματα με ηλεκτρόδια αυξάνουν τον κίνδυνο φλεβικής απόφραξης, λοίμωξης θήκης ή ηλεκτροδίου και δυσχεραίνουν μελλοντικές προσβάσεις.
Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε από τους ηλεκτροφυσιολόγους Μέλανη Κωνσταντινίδου, Ηλία Ζάρβαλη και Ιωάννη Στυλιάδη, σε συνεργασία με τους Ιταλούς ειδικούς Dr. Giordano και LCS E. Conzesa, και με τη συμμετοχή των νοσηλευτών του Τμήματος Αρρυθμιών Αντώνη Κωνσταντούδη και Ασημένιας Μαυροχωρίδου.
Τι αλλάζει η τεχνολογία χωρίς ηλεκτρόδια
Οι κλασικοί βηματοδότες αποτελούνται από γεννήτρια που τοποθετείται σε θήκη κάτω από το δέρμα (συνήθως υποκλείδια) και από ένα ή περισσότερα ηλεκτρόδια που προωθούνται μέσω των φλεβών μέχρι την καρδιά. Τα ηλεκτρόδια παραμένουν μόνιμα και αποτελούν την κύρια πηγή μακροπρόθεσμων επιπλοκών: κάταγμα, μετατόπιση, λοίμωξη και φλεβική στένωση.
Οι άνευ ηλεκτροδίων συσκευές είναι αυτοτελείς μικροσκοπικές κάψουλες που εμφυτεύονται απευθείας στο ενδοκάρδιο μέσω καθετήρα από τη μηριαία φλέβα. Δεν αφήνουν ηλεκτρόδιο στο αγγειακό δίκτυο ούτε θήκη στο θωρακικό τοίχωμα. Μέχρι πρόσφατα οι διαθέσιμες leadless συσκευές ήταν κυρίως μονής κοιλότητας (δεξιά κοιλία) και δεν μπορούσαν να διατηρήσουν κολποκοιλιακό συγχρονισμό.
Το σύστημα AVEIR DR
Το σύστημα που χρησιμοποιήθηκε είναι το AVEIR DR της Abbott, το πρώτο διπλοεστιακό leadless σύστημα παγκοσμίως. Αποτελείται από δύο ανεξάρτητες συσκευές: μία κολπική (AVEIR AR) που εμφυτεύεται στον δεξιό κόλπο και μία κοιλιακή (AVEIR VR) στη δεξιά κοιλία. Οι δύο συσκευές επικοινωνούν μεταξύ τους παλμό προς παλμό μέσω της τεχνολογίας i2i (implant-to-implant), χρησιμοποιώντας υποουδικούς ηλεκτρικούς παλμούς που μεταδίδονται μέσω του αίματος και του μυοκαρδίου. Έτσι επιτυγχάνεται αληθής DDD(R) βηματοδότηση και διατήρηση κολποκοιλιακού συγχρονισμού ανεξάρτητα από τη στάση του σώματος.
Κλινικά δεδομένα από τη μελέτη AVEIR DR i2i (δημοσιευμένη στο New England Journal of Medicine) έδειξαν ποσοστό επιτυχούς εμφύτευσης περίπου 98% και ικανοποιητικό κολποκοιλιακό συγχρονισμό σε πάνω από 97% των ασθενών στους τρεις μήνες, με το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ασφάλειας να επιτυγχάνεται στο 90,3% των περιπτώσεων. Το σύστημα είναι αναβαθμίσιμο (μπορεί να ξεκινήσει ως μονής κοιλότητας και να συμπληρωθεί αργότερα), έχει δυνατότητα μακροχρόνιας ανάκτησης της συσκευής και είναι συμβατό με μαγνητική τομογραφία υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Γιατί έχει σημασία για αυτή την ομάδα ασθενών
Η διατήρηση του κολποκοιλιακού συγχρονισμού βελτιώνει την αιμοδυναμική απόδοση σε σχέση με την απλή κοιλιακή βηματοδότηση, κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο σε ασθενείς με διατηρημένη κολπική λειτουργία. Παράλληλα, η απουσία ηλεκτροδίων και θήκης μειώνει τους κινδύνους που σχετίζονται με επαναλαμβανόμενες αγγειακές προσβάσεις και με το ανοσοκατεσταλμένο ή εύθραυστο προφίλ των αιμοκαθαιρόμενων. Η τεχνική δεν είναι κατάλληλη για όλους τους ασθενείς που χρειάζονται βηματοδότη· ενδείκνυται κυρίως όταν η άνω φλεβική πρόσβαση είναι απαγορευτική, υπάρχει ιστορικό λοίμωξης ηλεκτροδίου/θήκης ή αναμένεται υψηλός κίνδυνος τέτοιων επιπλοκών.
Ο διευθυντής του Καρδιολογικού Τμήματος του Γ.Ν. Παπαγεωργίου, Δρ. Ιωάννης Στυλιάδης, σημείωσε ότι η επέμβαση εντάσσεται στην προσπάθεια του νοσοκομείου να ενσωματώνει σύγχρονες εξελίξεις της καρδιολογίας, τονίζοντας τον ρόλο της εξειδίκευσης και της ομαδικής δουλειάς.
Η επιτυχής εφαρμογή της τεχνικής στη Θεσσαλονίκη διευρύνει τις διαθέσιμες επιλογές για επιλεγμένους ασθενείς με βραδυαρρυθμίες στη Βόρεια Ελλάδα και δείχνει ότι η διεθνής συνεργασία μπορεί να επιταχύνει τη μεταφορά εξειδικευμένης τεχνογνωσίας σε περιφερειακά κέντρα.
