Κάνε κλικ και δες περισσότερο thesnewsline.com στην αναζήτηση της Google
Πολιτική: Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης εκφώνησε, από την έδρα του ΟΗΕ, κοινή δήλωση της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μπαχρέιν και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οποία το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 χαρακτηρίζεται άκυρο και ανυπόστατο. Η δήλωση απαντά στην πρόσφατη κύρωση του μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης και υπογραμμίζει ότι η απόφαση αυτή δεν μεταβάλλει τη νομική του υπόσταση.
Σύμφωνα με το κείμενο, η κύρωση «εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα» και αναδεικνύει ευρύτερη πρόκληση για τη διεθνή έννομη τάξη: την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι αυθαίρετες διμερείς συμφωνίες δεν υπονομεύουν τους καθιερωμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου ούτε θίγουν τα δικαιώματα τρίτων κρατών. Το μνημόνιο «παραμένει άκυρο και ανυπόστατο, αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο και δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ούτε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη».
Το νομικό πλαίσιο της δήλωσης
Η κοινή δήλωση στηρίζεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και στο εθιμικό διεθνές δίκαιο ως το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Αυτοί οι κανόνες, τονίζεται, είναι θεμελιώδους σημασίας για την προβλεψιμότητα, την ασφάλεια δικαίου και τις ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των κρατών.
Η αποδοχή διμερών συμφωνιών που παραβλέπουν τους εφαρμοστέους κανόνες «θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, υπονομεύοντας τη διεθνή έννομη τάξη και τις αρχές στις οποίες εδράζεται η ειρηνική επίλυση των διαφορών». Το «ψευδεπίγραφο τουρκολιβυκό μνημόνιο» αντίκειται σε αυτές τις αρχές, καθώς «παραγνωρίζει τη γεωγραφική πραγματικότητα και τα δικαιώματα όλων των εμπλεκόμενων παράκτιων κρατών επί θαλάσσιων ζωνών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των νησιών σύμφωνα με την UNCLOS».
Σύμφωνα με το άρθρο 121 της UNCLOS, τα νησιά (με εξαίρεση βράχους που δεν μπορούν να στηρίξουν ανθρώπινη κατοίκηση ή οικονομική ζωή) γεννούν τις ίδιες θαλάσσιες ζώνες με την ηπειρωτική χώρα: χωρικά ύδατα, αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) και υφαλοκρηπίδα. Η οριοθέτηση μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές γίνεται με συμφωνία επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου για την επίτευξη δίκαιης λύσης (άρθρα 74 και 83). Τουρκία και Λιβύη δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές λόγω της παρουσίας ελληνικών νησιών, κυρίως της Κρήτης.
Αναλυτικά η κοινή δήλωση από Ελλάδα, ΕΕ, Κύπρο, Αίγυπτο, Μπαχρέιν και ΗΑΕ στον ΟΗΕ
Προβαίνω στην παρούσα δήλωση εξ ονόματος των Αιγύπτου, Κύπρου, Μπαχρέιν, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και της χώρας μου, της Ελλάδας.
Η πρόσφατη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να κυρώσει το ψευδεπίγραφο «Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης για την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο» του 2019 εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την περιφερειακή ασφάλεια και σταθερότητα. Αναδεικνύει, επίσης, μια ευρύτερη πρόκληση για τη διεθνή έννομη τάξη: την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι αυθαίρετες διμερείς συμφωνίες δεν υπονομεύουν τους καθιερωμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου ούτε θίγουν τα δικαιώματα τρίτων κρατών.
Το Διεθνές Δίκαιο και, ιδίως, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), καθώς και το εθιμικό διεθνές δίκαιο αποτελούν το νομικό πλαίσιο για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Οι κανόνες αυτοί είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προβλεψιμότητας, της ασφάλειας δικαίου και των ειρηνικών σχέσεων μεταξύ των κρατών. Η αποδοχή διμερών συμφωνιών που παραβλέπουν τους εφαρμοστέους κανόνες και τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, υπονομεύοντας τη διεθνή έννομη τάξη και τις αρχές στις οποίες εδράζεται η ειρηνική επίλυση των διαφορών.
Το ψευδεπίγραφο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο αντίκειται στις θεμελιώδεις αυτές αρχές. Παραγνωρίζει τη γεωγραφική πραγματικότητα και τα δικαιώματα όλων των εμπλεκόμενων παράκτιων κρατών επί θαλάσσιων ζωνών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των νησιών σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η επακόλουθη απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν μεταβάλλει αυτή τη νομική πραγματικότητα. Το εν λόγω μνημόνιο παραμένει άκυρο και ανυπόστατο, αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο και δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμη βάση για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών ούτε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Παραμένουμε προσηλωμένοι στην επανένωση των θεσμών της Λιβύης και στην προοπτική μιας ενωμένης και ευημερούσας Λιβύης. Μια σταθερή Λιβύη, που συμμετέχει ενεργά στην περιφερειακή συνεργασία, είναι απαραίτητη για την ειρήνη και την ασφάλεια σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Η πολιτική μετάβαση της Λιβύης και οι σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες πρέπει να διέπονται από τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και τις σχέσεις καλής γειτονίας.
Ως κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών, έχουμε υποστηρίξει με συνέπεια την ειρηνική επίλυση των διαφορών μέσω του διαλόγου και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Στο πνεύμα αυτό, η Ελλάδα έχει διεξαγάγει διμερείς συνομιλίες με τη Λιβύη για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, με καλή πίστη και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, και εκφράζει την ετοιμότητά της να συνεχίσει τις προσπάθειες αυτές.
Ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την περιφερειακή σταθερότητα και τη διατήρηση μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες.
Το ιστορικό του μνημονίου και η κύρωση του 2026
Το Μνημόνιο Κατανόησης υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019 μεταξύ της Τουρκίας και της Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης (με έδρα την Τρίπολη). Από την αρχή απορρίφθηκε ως άκυρο από την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αίγυπτο και την ΕΕ, καθώς αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών και παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών.
Στις 20 Οκτωβρίου 2026 η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης (ανατολική, με έδρα το Τομπρούκ) κύρωσε το μνημόνιο, απόφαση που προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις. Η Λιβύη παραμένει διχασμένη μεταξύ της δυτικής διοίκησης και της ανατολικής, υπό τον στρατιωτικό διοικητή Χαλίφα Χαφτάρ. Η κύρωση δεν μεταβάλλει, σύμφωνα με τους συντάκτες της δήλωσης, τη νομική πραγματικότητα.
Οι αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η ΕΕ είχε εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια ήδη από την ημέρα της κύρωσης. Σε κοινή δήλωση, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα χαρακτήρισαν τη συμφωνία άκυρη και ανίσχυρη, καθώς παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας. Επανέλαβαν την αλληλεγγύη τους προς την Ελλάδα και την Κύπρο και τη θέση της ΕΕ κατά εξωτερικών παρεμβάσεων στη Λιβύη.
Στη συνέχεια, η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ Κάγια Κάλας εξέδωσε δήλωση εξ ονόματος και των 27 κρατών-μελών, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την κύρωση. Η θέση της ΕΕ παραμένει σταθερή από τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 2019 (που επαναβεβαιώθηκαν τον Ιούνιο του 2025): το μνημόνιο παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι άκυρο και ανυπόστατο και δεν μπορεί να επιφέρει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη. Η ΕΕ έχει στρατηγικό συμφέρον για σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και καλεί στον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κρατών-μελών σύμφωνα με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της UNCLOS.
Στήριξη στην ενότητα της Λιβύης και προσφορά διαλόγου
Οι συμμετέχοντες στη δήλωση επαναβεβαιώνουν την προσήλωσή τους στην επανένωση των θεσμών της Λιβύης και στην προοπτική μιας ενωμένης και ευημερούσας χώρας. Μια σταθερή Λιβύη, με ενεργό συμμετοχή στην περιφερειακή συνεργασία, είναι απαραίτητη για την ειρήνη και την ασφάλεια στη Μεσόγειο. Η πολιτική μετάβαση και οι σχέσεις με τους γείτονες πρέπει να διέπονται από σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και σχέσεις καλής γειτονίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις διμερείς συνομιλίες Ελλάδας-Λιβύης για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, τις οποίες η Αθήνα έχει διεξαγάγει «με καλή πίστη και σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο» και εκφράζει ετοιμότητα να συνεχίσει. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει συνάψει συμφωνίες οριοθέτησης με την Αίγυπτο (2020) και την Ιταλία, οι οποίες βασίζονται στο Διεθνές Δίκαιο και αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των νησιών. Μετά την κύρωση, Αθήνα και Κάιρο συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για πιθανή επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας.
Ο Γεραπετρίτης κατέληξε ότι «ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την περιφερειακή σταθερότητα και τη διατήρηση μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες».
Η παρέμβαση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των προσπαθειών για υπεράσπιση της νομιμότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι θαλάσσιες ζώνες συνδέονται με ενεργειακούς πόρους, ασφάλεια και περιφερειακή σταθερότητα. Η ευρεία συμμετοχή κρατών και της ΕΕ ενισχύει το μήνυμα ότι μονομερείς ή αυθαίρετες συμφωνίες που αγνοούν τη γεωγραφία και τα δικαιώματα τρίτων δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.
