Κάνε κλικ και δες περισσότερο thesnewsline.com στην αναζήτηση της Google
Η Άγκυρα επαναφέρει το ζήτημα της μειονότητας στη Δυτική Θράκη, αμφισβητώντας τον τρόπο επιλογής των μουφτήδων σε Κομοτηνή και Ξάνθη. Μετά τις κινήσεις στο βορειοανατολικό Αιγαίο και τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η ελληνική διπλωματία καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει συνεκτική στρατηγική απέναντι στις διαδοχικές τουρκικές διεκδικήσεις.
Ελλάδα: Νέο πεδίο αντιπαράθεσης με την Ελλάδα ανοίγει η Τουρκία, επαναφέροντας στο προσκήνιο το “ζήτημα” της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Με ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της στις 24 Οκτωβρίου 2026, η Άγκυρα κατηγορεί την Αθήνα για παραβίαση των δικαιωμάτων της μειονότητας και ζητά την αναγνώριση των μουφτήδων που, όπως υποστηρίζει, έχουν εκλεγεί από τα μέλη της.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται από διαφορετικά μέτωπα. Η μονομερής ανακήρυξη τουρκικών θαλάσσιων πάρκων στο βορειοανατολικό Αιγαίο, η νέα κινητικότητα γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τώρα η επαναφορά της διαφωνίας για τη μειονότητα συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης διπλωματικής πίεσης.
Το ερώτημα που τίθεται δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των τουρκικών ανακοινώσεων, αλλά και την αποτελεσματικότητα της ελληνικής αντίδρασης. Αρκούν οι απορριπτικές ανακοινώσεις και οι διπλωματικές διαμαρτυρίες ή απαιτείται μια πιο συνεκτική πολιτική, η οποία θα συνδέει τις επιμέρους αντιδράσεις με συγκεκριμένους στόχους και μετρήσιμα αποτελέσματα;
Τι αναφέρει η ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ για τη Θράκη
Στην ανακοίνωση υπ’ αριθμόν 207, με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 2026, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να παραβλέπει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες της «Τουρκικής Μειονότητας Δυτικής Θράκης», όπως τα ερμηνεύει η Άγκυρα βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης και άλλων διεθνών συμφωνιών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η επιλογή των μουφτήδων σε Κομοτηνή και Ξάνθη. Η τουρκική πλευρά χαρακτηρίζει τους μουφτήδες που ορίζει η ελληνική πολιτεία «λεγόμενους» μουφτήδες και κατηγορεί την Αθήνα ότι αρνείται να αναγνωρίσει εκείνους που έχουν επιλεγεί από μέλη της μειονότητας.
Παράλληλα, χαρακτηρίζει τον θεσμό του μουφτή αναπόσπαστο μέρος της θρησκευτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ταυτότητας της μειονότητας και καλεί τις ελληνικές αρχές να αναγνωρίσουν τους θρησκευτικούς ηγέτες που υποστηρίζει ότι έχουν εκλεγεί από αυτήν.
Η ανακοίνωση δεν περιορίζεται, επομένως, σε μια διαφωνία για τη διαδικασία επιλογής θρησκευτικών λειτουργών. Εντάσσεται στη διαχρονική επιδίωξη της Άγκυρας να προσδιορίζει τη μειονότητα με εθνοτικό χαρακτηρισμό, σε αντίθεση με τη θέση της Ελλάδας ότι πρόκειται για θρησκευτική μειονότητα.
Η Συνθήκη της Λωζάννης και η διαφωνία για τον χαρακτήρα της μειονότητας
Η ελληνική θέση είναι ότι η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 αναγνωρίζει τη μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα, χωρίς να θεμελιώνει τον συλλογικό εθνοτικό χαρακτηρισμό που επιδιώκει να καθιερώσει η Τουρκία.
Σε ανακοίνωσή του στις 9 Απριλίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε υπογραμμίσει ότι η μειονότητα της Θράκης έχει θρησκευτικό και όχι εθνοτικό χαρακτήρα, επικαλούμενο τη Συνθήκη της Λωζάννης. Είχε επίσης επισημάνει ότι η Συνθήκη δεν προβλέπει εκλογή των μουφτήδων από τη μειονότητα, καθώς οι συγκεκριμένοι θεσμοί διαθέτουν και δικαστικές και διοικητικές αρμοδιότητες.
Η Αθήνα είχε αναφερθεί και στον νόμο 4964/2022, ο οποίος προβλέπει διαδικασία επιλογής μουφτήδων μέσω επιτροπής με συμμετοχή μελών της μειονότητας.
Η αντιπαράθεση, συνεπώς, έχει δύο διακριτές διαστάσεις: αφενός τον χαρακτήρα της μειονότητας και αφετέρου το θεσμικό πλαίσιο επιλογής των θρησκευτικών της ηγετών. Η συγχώνευση των δύο ζητημάτων σε μία ενιαία αντιπαράθεση εξυπηρετεί τη διπλωματική επιχειρηματολογία της Τουρκίας, η οποία επιχειρεί να παρουσιάσει τη δική της ερμηνεία ως αυτονόητη διεθνή υποχρέωση της Ελλάδας.
Η απάντηση του ελληνικού ΥΠΕΞ
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απάντησε το Σάββατο 24 Οκτωβρίου στην ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ.
“Η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, που διέπει το νομικό καθεστώς της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη, είναι σαφής: πρόκειται για θρησκευτική μειονότητα. Ο χαρακτήρας της δεν μπορεί να αμφισβητείται ούτε να επαναπροσδιορίζεται κατά το δοκούν. Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης αποτελείται από Έλληνες πολίτες και συνιστά αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας.
Με τον νόμο 4964/2022, η Ελλάδα θέσπισε μια σύγχρονη και δημοκρατική διαδικασία ανάδειξης των Μουφτήδων, με τη συμμετοχή μελών της ίδιας της Μειονότητας, συμπεριλαμβανομένων γυναικών, ενισχύοντας τη διαφάνεια και κατοχυρώνοντας τον πλήρη σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας.
Είναι τουλάχιστον υποκριτικό η Τουρκία να παραδίδει μαθήματα θρησκευτικής ελευθερίας και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, πολλώ δε μάλλον όταν στην ίδια την Τουρκία οι Μουφτήδες διορίζονται από το κράτος. Η αξιοπιστία τέτοιων υποδείξεων προϋποθέτει, πρωτίστως, συνέπεια μεταξύ λόγων και πράξεων.
Η ελεύθερη άσκηση της θρησκευτικής πίστης είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Δεν μπορεί, όμως, να γίνεται επιλεκτική επίκλησή της ούτε να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κυρίαρχου κράτους. Η Ελλάδα, ως ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, με πλήρη σεβασμό στις αρχές της ισονομίας και της ισοπολιτείας, προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολιτών, με καθολικό σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
24 Οκτωβρίου, 2026″
📌 Ανακοίνωση Υπουργείου Εξωτερικών αναφορικά με ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών και δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων για τη Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης (24.10.2026) 🔗 https://t.co/J27vJq3q2W https://t.co/izXNqNmjGw— Υπουργείο Εξωτερικών (@GreeceMFA) October 24, 2026
Θαλάσσια πάρκα και τουρκολιβυκό μνημόνιο: Τα προηγούμενα μέτωπα
Η νέα ανακοίνωση για τη Θράκη έρχεται μετά από δύο σημαντικές εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική.
Στις 15 Αυγούστου 2026, η Τουρκία προχώρησε στην ανακήρυξη δύο εθνικών θαλάσσιων πάρκων, στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Αθήνα αντέδρασε την επόμενη ημέρα, υποστηρίζοντας ότι η μονομερής θέσπιση προστατευόμενων περιοχών πέραν της τουρκικής δικαιοδοσίας και εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
Το ελληνικό ΥΠΕΞ είχε γνωστοποιήσει, μάλιστα, ότι απέστειλε ρηματική διακοίνωση στην Τουρκία και ενημέρωσε τις ευρωπαϊκές αρχές για το ζήτημα.
Λίγους μήνες αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου, η Ελλάδα απέρριψε την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Η ελληνική πλευρά υποστήριξε ότι το μνημόνιο είναι αντίθετο στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς παραγνωρίζει τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες.
Η διαδοχική ανάδειξή τους δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα για την ελληνική διπλωματία: πώς αντιμετωπίζεται συνολικά η τουρκική πολιτική, όταν διαφορετικά ζητήματα επανέρχονται μεμονωμένα, αλλά επιβαρύνουν το ίδιο διμερές περιβάλλον;
Οι χειρισμοί του ΥΠΕΞ στο μικροσκόπιο
Η ελληνική διπλωματία έχει καταγράψει επίσημες αντιδράσεις τόσο για τα θαλάσσια πάρκα όσο και για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Έχει επίσης διατυπώσει με σαφήνεια τη θέση της για τον θρησκευτικό χαρακτήρα της μειονότητας και το θεσμικό πλαίσιο επιλογής των μουφτήδων.
Αυτό, όμως, δεν εξαντλεί την αξιολόγηση της διπλωματικής πολιτικής.
Η κριτική που μπορεί να ασκηθεί αφορά πρωτίστως την ανάγκη να γίνει σαφές ποια είναι η συνολική στρατηγική της Αθήνας απέναντι στις επαναλαμβανόμενες τουρκικές αμφισβητήσεις. Ποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες αναλαμβάνονται πέρα από τις ανακοινώσεις; Πώς παρακολουθείται η εφαρμογή των ελληνικών θέσεων σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο; Και με ποιον τρόπο διασφαλίζεται ότι η διαχείριση κάθε νέου επεισοδίου δεν περιορίζεται σε μια ακόμη ανταλλαγή δηλώσεων;
Ειδικά στην περίπτωση της Θράκης, η ελληνική πολιτεία έχει έναν επιπλέον λόγο να κινηθεί με προσοχή και αποφασιστικότητα. Η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων δεν κρίνεται μόνο από τη διατύπωσή τους, αλλά και από τη συνέπεια με την οποία υποστηρίζονται διπλωματικά και θεσμικά.
